Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Σκηνή 5η: Το ναυάγιο

[ ... συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση.]




Ξαναμπαίνει ο διαβιβαστής.

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Στο διαβιβαστή) εσύ τι κάνεις; Μπαίνεις –βγαίνεις…
ΗΡΑ: Καλέ, το καράβι!
ΔΙΑΣ: Φτου, το ξεχάσαμε το καράβι.
ΑΘΗΝΑ: Τι γίνεται – επιπλέει ακόμα ή βούλιαξε;

Ο Δίας στρέφεται στο διαβιβαστή.

ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Κάνει παντομίμα.)
ΔΙΑΣ: Πλέει…
ΗΡΑ: Θα το σώσουμε;
ΑΡΤΕΜΗ: Αν είναι από την Έφεσο, να το σώσουμε σας παρακαλώ.
ΑΡΗΣ: Και γιατί αν είναι απ’ την Έφεσο;
ΑΡΤΕΜΗ: Ε, πότε να το σώσουμε;
ΑΡΗΣ: Αν είναι από τη Θήβα!
ΔΗΜΗΤΡΑ: Και γιατί να το σώσουμε αν είναι από τη Θήβα;
ΑΡΗΣ: Ε, πότε να το σώσουμε;
ΔΗΜΗΤΡΑ: Αν είναι από τη Σικελία. (Ποσειδώνας και Ήφαιστος κουνάνε τα κεφάλια συμφωνώντας.)
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Γιατί αν είναι…
ΔΙΑΣ: Ε, αρκετά! Έτσι δεν βγάζουμε άκρη. (Στο διαβιβαστή) τι έμαθες για το καράβι;
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Κάνει παραλλαγή τής παντομίμας τού παιχνιδιού «μπιζ».)
ΔΙΑΣ: Είναι από τη Ρόδο. Ενδιαφέρεται κανείς για τη Ρόδο;

Οι περισσότεροι θεοί σηκώνουν αδιάφορα τους ώμους.

ΘΕΟΙ: Γιατί όχι; / Το ίδιο μού κάνει. / Ε, ας το βοηθήσουμε. / Μπα, δεν βαριέσαι…
ΑΡΗΣ: Δεν είναι κι άσχημα…
ΘΕΟΣ: Ναι, αμέ!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Τι πλοίο είναι;
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Παντομίμα.)
ΔΙΑΣ: Εμπορικό.
ΗΡΑ: Και τι κουβαλάει;
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Παντομίμα το παιχνίδι «μπιζ».)
ΔΙΑΣ: Μπορείς να πεις εσύ, Ερμή;
ΕΡΜΗΣ: Για να δούμε. (Ψάχνει στο μπλοκάκι του.) Ρόδιο εμπορικό έξω από τη Ρόδο. Στις αφίξεις, τίποτε. Στις αναχωρήσεις… (Διαβάζει από μέσα του και ξαφνικά χλωμιάζει. Κομπιάζοντας) εμ, πατέρα, αν δεν κάνω λάθος, πηγαίνει στη Χαλκίδα, κουβαλάει έξι ντουζίνες αμφορείς με μέλι που θα παραδοθούν σε διάφορες πόλεις τής Ελλάδας… για τους ναούς και τα θυσιαστήριά σου…

Όλοι παγώνουν. Μικρή, απόλυτη σιγή.

ΔΙΑΣ: (Εκρήγνηται) τιιι; Ένα πλοίο γεμάτο με μέλι – το μέλι μου! – κοντεύει να βυθιστεί και ‘σεις μωρολογείτε;
ΗΡΑ: Μα…

Ο Δίας αρπάζει τον κεραυνό και αρχίζει να τον κοπανάει στο τραπέζι. Από μακριά ακούγονται βροντές. Οι άλλοι θεοί μαζεύονται και περιμένουν με στωικότητα να τελειώσει το ξέσπασμά του. Η Ήβη σκεπάζει τα αυτιά της με τους πήχεις της.

ΔΙΑΣ: Μόνο για τον εαυτό σας ενδιαφέρεστε και για την καλοπέρασή σας! Το ότι εγώ κάθομαι εδώ μέσα και δουλεύω – ούτε μνα δεν δίνετε! (Στο διαβιβαστή) εσείς, η σπείρα των χαφιέδων έχετε βαρέσει διάλυση. (Η Ήρα κάνει μία αδύναμη προσπάθεια να τον σταματήσει αλλά εγκαταλείπει.) Ούτε ξέρετε ποιος πάει ούτε ποιος έρχεται… (Στον Ερμή) εσύ, σιγανοποταμιά αγγελιοφόρε δεν μπορούσες να το πεις νωρίτερα;

Καθώς κτυπάει τον κεραυνό, ο κεραυνός σπάει και το μισό κομμάτι πετάγεται στο πάτωμα. Για λίγο ο Δίας κοιτάει αποσβωλωμένος το άλλο κομμάτι στο χέρι του. Οι άλλοι θεοί κρυφοκοιτάνε. Ο Δίας παρατάει το κομμάτι, μετά βγάζει ένα σανδάλι του και αρχίζει να το κοπανάει στο τραπέζι. Οι ακριανοί θεοί σκύβουν για να δουν. Όλοι κοιτάνε έκπληκτοι. Με μικρή χρονική καθυστέρηση – σαν κάποιος να έψαχνε στα παρασκήνια για να κτυπήσει το κατάλληλο αντικείμενο – ακούγονται από μακριά υπόκωφοι γδούποι.

ΔΙΑΣ: (Στον Ήφαιστο) και εσύ, αγύρτη καταστροφέα με το οκνηρό μπουλούκι, τρώτε, πίνετε και ούτε μια πόρτα δεν μπορείτε να επαργυρώσετε πια.
ΗΡΑ: (Συγχυσμένη) μα Ζήνο, πού να το ξέραμε;!
ΔΙΑΣ: Σιωπή! (Κτυπάει το σανδάλι μία φορά σε κάθε πρόταση. Τώρα οι γδούποι ακούγονται συγχρονισμένοι.) Να το ξέρατε. Ότι θέλετε να ξέρετε, χώνετε τις μύτες σας και το μαθαίνετε! Μόνο αν σας παρακαλέσω εγώ ή αν πρόκειται για δουλειά, είστε τελείως άχρηστοι. Δεν σας ανέχομαι άλλο! Κανείς σας δε με σκέφτεται! (Σταματάει να κτυπάει το σανδάλι. Ανασαίνει βαριά από θυμό.)
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Προς το ακροατήριο σκεφτικά) ε λοιπόν, τέτοια σκηνή θα ξανασυμβεί μετά από 2400 χρόνια.
ΔΙΑΣ: (Δείχνει τον Ερμή) εσύ αργυραμοιβέ, τσακίσου στο παράθυρο και πες μου τι γίνεται με το πλοίο.

Ο Ερμής σηκώνεται και πλησιάζει το νοητό παράθυρο στο εμπρός αριστερό μέρος τής σκηνής. Στο αναμεταξύ, ο Δίας κοιτάει το σανδάλι του, κάνει μια κίνηση να το φορέσει, το μετανιώνει, κτυπάει τα χέρια του προς την κουζίνα. Έρχεται αμέσως ένας υπηρέτης. Ο Δίας τού δίνει το σανδάλι αμίλητος και εκείνος χώνεται κάτω απ’ το τραπέζι για να το φορέσει στο πόδι τού Δία.

ΕΡΜΗΣ: (Κοιτάει προς το πίσω δεξιό μέρος τής πλατείας και σκιάζει τα μάτια του ψάχνοντας προς το καράβι.) Η θύελλα μαίνεται, ω Δία. Το βλέπω! Παλεύει σαν καρυδότσουφλο. Ω αλίμονο. Έχει σπάσει το πηδάλιό του. Είναι πια ακυβέρνητο…

Η Ήβη δειλά –δειλά σηκώνεται από το κάθισμά της. Στο αναμεταξύ ο υπηρέτης έχει σηκωθεί και κοιτάει δίβουλος το μισό κομμάτι τού κεραυνού που βρίσκεται στο πάτωμα. Ο Δίας τού κάνει νόημα να το μαζέψει. Ο Δίας παίρνει το άλλο μισό κομμάτι από το τραπέζι και αρχίζει να το περιεργάζεται. Ο υπηρέτης αφήνει το κομμάτι στο τραπέζι και οπισθοχωρεί λίγο.

ΔΙΑΣ: Μα;! Από τι είναι φτιαγμένος αυτός ο κεραυνός;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Από μάρμαρο επενδυμένο με αλουμίνιο, πατέρα μου.
ΔΙΑΣ: (Δεν πιστεύει στα μάτια και στ’ αυτιά του.) Πώς; Τρελάθηκες Ήφαιστε; Κεραυνός από μάρμαρο;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Μα… μάλιστα, ω Δία. Το καλύτερο Πεντελικό μάρμαρο ειδικά εξορυγμένο…
ΔΙΑΣ: (Δεν μπορεί να ανασάνει.) Πού ακούστηκε, Ήφαιστε, κεραυνός από μάρμαρο; Τι σου ήρθε;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Εεε… Κάναμε όλα τα τεστς στο εργαστήριο και ήταν θετικά… και δούλευε το ίδιο καλά με τους μεταλλικούς και…
ΔΙΑΣ: (Μόνος του) τον ένιωθα εγώ στο χέρι μου περίεργα, αλλά πού να φανταστώ;… «Θα μου φαίνεται…», σκέφτηκα. (Στον Ήφαιστο αφρίζοντας) άθλιο αποκύημα παρθενογένεσης, πώς τόλμησες το όπλο τού βασιλέα σου, να το ρημάξεις και να μού το δώσεις έτσι; (Μισοσηκώνεται, ο Ποσειδώνας τον συγκρατεί.)

Ο υπηρέτης οπισθοχωρεί αργά έως την πόρτα τής κουζίνας.

ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Προσπαθεί να αναπνεύσει. Γυρνάει στον Απόλλωνα και μουρμουρίζει) πες του!
ΔΙΑΣ: (Κοιτάει τον Απόλλωνα) τι να μου πει;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Κατσούφης) ο Ήφαιστος ισχυρίζεται ότι δεν έρχεται πια αρκετό μέταλλο από την Υπερβόρεια.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Ε, δεν έρχεται!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Τα ορυχεία πάνω από το Δούναβη δουλεύουν όπως παλιά. Οι δρόμοι όμως είναι τον περισσότερο καιρό κλεισμένοι. Ρώτα τον Ερμή.

Ο Δίας γυρνάει αγριεμένος προς τον Ερμή. Αυτός κρύβει το ξάφνιασμά του.

ΕΡΜΗΣ: Δεν είναι ακριβώς ότι είναι κλειστοί οι δρόμοι, πατέρα μου. Περισσότερο φταίει ότι υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση - και επιρροή - από αλλού.
ΔΙΑΣ: Και ποιοι είναι αυτοί που κλείνουν τους δρόμους και παίρνουν το σίδερο;

Στιγμή σιωπής.

ΗΡΑ, ΑΘΗΝΑ, ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ, ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ, ΑΡΤΕΜΗ, ΗΦΑΙΣΤΟΣ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ, ΕΣΤΙΑ: (Καθένας με διαφορετική έκφραση) οι Σκύθες!
ΔΙΑΣ: Α! Πριν έφταιγαν οι Κέλτες, τώρα φταίνε οι Σκύθες;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Προσεύχονται σε άλλους θεούς, Δία!
ΕΡΜΗΣ: Ε, δεν είναι μόνο οι Σκύθες. Και οι Παίονες και οι Αγριάνες…
ΑΘΗΝΑ: Ένα σωρό φυλές είναι ανήσυχες ψηλά στο Βορρά. Είναι πέρασμα.
ΗΡΑ: Αχ, ησυχία δεν βρίσκουμε.
ΔΙΑΣ: Καλά, τα μεταλλεία στο Παγγαίο στέρεψαν;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Το αντίθετο, ω Δία. Αλλά έχουν περισσέψει τόσο οι βροτοί, που πια δουλεύουν μόνο για τις ανάγκες τους.
ΕΡΜΗΣ: Τα δικά μας μέταλλα, τα εισάγουμε από τα βορειότερα ορυχεία.
ΔΙΑΣ: (Στον Ερμή) και τι εννοούσες διπλωματίσκε, όταν είπες ότι αυτοί ασκούν «επιρροή» στους ανθρώπους των μεταλλίων;
ΕΡΜΗΣ: Αυτό πατέρα. Τίποτα περισσότερο. Φυσικά, πάντα τα μεταλλεία μπορούν να αλλάξουν χέρια, όχι προς το συμφέρον μας.
ΔΙΑΣ: Και για ένα τόσο σημαντικό θέμα, την έλλειψη σιδήρου, εσείς οι τρεις δεν με ενημερώσατε; (Σιγή.) Το γνώριζαν κι άλλοι; (Σιγή.) Το ξέρετε ότι το σίδερο είναι τα όπλα μας; Η βασιλεία μας; Αν δραπετεύσουν οι Τιτάνες από τον Τάρταρο, με κεραυνό από μάρμαρο θα τους πολεμήσω; (Όλοι σκύβουν τα κεφάλια. Στον Ήφαιστο) και αυτό το φύλλο –φτερό, το περιτύλιγμα (ανεμίζει το αλουμινόχαρτο) – πώς το ‘πες, κακάθλιε; - για να με κοροϊδέψεις το έβαλες; (Η Ήρα προσπαθεί να βάλει κατευναστικά το χέρι της στον ώμο του αλλά εκείνος τη διώχνει.)
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Όχι, Δία. Αλουμίνιο ονομάζεται. Είναι υλικό που ακόμη οι άνθρωποι δεν το γνωρίζουν. Αλλά θα γίνει περιζήτητο κάποτε. Έφτιαξα τις καινούργιες ρόδες για το άρμα τού Ήλιου με αυτό. Είναι γερό, ελαφρύ και λάμπει σαν ασήμι.
ΔΙΑΣ: Και γιατί όχι, αληθινό ασήμι;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Ξεροκαταπίνει) ισχύει ότι και για το σίδερο. Είναι δυσεύρετο πια.
ΔΙΑΣ: Ο κεραυνός είναι η πρώτη προτεραιότητά μας. Όσο κι αν είναι δυσεύρετος ο σίδηρος, κάθε ρίνισμα που θα φτάνει στα χέρια σου, θα πηγαίνει πρώτα για να σφυρηλατείται ο κεραυνός.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Μάλιστα, αφέντη, έτσι θα γίνει. Μπορώ μάλιστα να λιώσω μερικά παλιά τζοβαερικά για να καλύψω τις άμεσες ανάγκες. (Μικρή παύση.) Πάντως αν μού επιτρέπεις, ω Δία, η ποιότητα αυτού τού κεραυνού είναι υπεραρκετή για τους ανθρώπους, τα ζώα και τους περισσότερους βράχους… και, και… επειδή με τους Κύκλωπες συνέχεια αναζητούμε καινούργια όπλα για ‘σένα, σκεφτήκαμε ότι θα μπορούσαμε να χρησιμοποιούμε λατύπη τυλιγμένη με αλουμίνιο. Μπορείς να την εκτοξεύεις εναντίον των ανθρώπων, θα ήταν πολύ εντυπωσιακή και θα τα ονόμαζαν κεραυνόσφυρα ή αστραποτσέκουρα και… (Ο Δίας τραβάει τα γένια του από το κακό του και η φωνή τού Ήφαιστου σβήνει.)
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Αυτά είναι για δευτεροκλασάτους θεούς!
ΗΡΑ: Εγώ θα ήθελα να ρωτήσω κάτι… Γιατί εξαρτιόμαστε από τα ανθρώπινα ορυχεία για τις προμήθειές μας;

Μερικά αμήχανα βηξίματα.

ΔΙΑΣ: (Αγριεμένα) λοιπόν, δεν θα τής απαντήσει κανείς;
ΑΘΗΝΑ: (Μουρμουρίζει) για τον ίδιο λόγο που και το φαϊ μας, από τις καλλιέργειες των ανθρώπων, το τρώμε πια.
ΕΡΜΗΣ: Μεγάλη Ήρα, από τότε που κληροδοτήσαμε τη γη στους βροτούς, μέσα από εκείνους λαμβάνουμε τα αγαθά της…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Μουρμουρίζει) μμμ, κομψά το έθεσε… (Πιο δυνατά) εμείς στη θάλασσα, μόνοι μας ψαρεύουμε τα ψάρια μας.
ΔΙΑΣ: (Σηκώνει το χέρι.) Αρκετά έχω συγχυστεί μαζί σου και με τον κανάγια τον καινοτόμο και τους Κέλτες, τους Σκύθες και με το πού πάει ο κόσμος και με όλους σας! (Σηκώνεται.) Θα συζητήσουμε για το θέμα τού εφοδιασμού μας στην αρχή τού επόμενου μήνα και μην τολμήσει να λείψει κανένας! (Γνέφει στον υπηρέτη και εκείνος πλησιάζει. Ξανακάθεται. Δίνει στον υπηρέτη τα κομμάτια τού κεραυνού.) Δώσ’ του τα (γνέφει προς τον Ήφαιστο)!

Ο υπηρέτης δίνει τα κομμάτια στον Ήφαιστο που τα παίρνει με αξιοπρέπεια και τα βάζει κάτω, δίπλα του. Ο υπηρέτης υποκλίνεται ελαφρά και φεύγει.

ΔΙΑΣ: (Κατσούφικα στον Ερμή) το καράβι τι γίνεται;
ΕΡΜΗΣ: (Πλησιάζει το «παράθυρο» και κοιτάει.) Ω, όχι. Κακά μαντάτα, πατέρα. Έσπασε το κατάρτι… Έχει πέσει πάνω στην κουπαστή και τσάκισε ένα μέρος της… Τώρα το πλοίο γυρίζει γύρω –γύρω. Είναι θαύμα που επιπλέει. (Η Ήβη περίεργη, τεντώνεται δειλά στις μύτες των ποδιών της για να δει.) Τώρα βρίσκεται στην κορυφή ενός κύματος… Τώρα χαμηλώνει στην άβυσσο ανάμεσα σε δύο κύματα… (Το σώμα του ακολουθεί την κίνηση τού καραβιού.) Τώρα γέρνει αριστερά, τώρα δεξιά… (Εκτός από τον Δία και τον Ποσειδώνα, οι άλλοι έντεκα θεοί ακολουθούν την κίνηση τού Ερμή.) Τώρα είναι στην κορυφή άλλου κύματος… Σαν πύργος είναι! Τώρα χάσκει το κενό από κάτω του. Πω, πω, τέτοια φουρτούνα στο Αιγαίο, έχουμε καιρό να δούμε.

Ο Άρης χλωμιάζει από ναυτία.

ΔΙΑΣ: (Στον Ποσειδώνα) δεν μπορείς να την σταματήσεις;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Αδύναμα) Όχι, χωρίς να τα κάνω χειρότερα, πρώτα. Ο Αίολος…
ΔΙΑΣ: (Στον διαβιβαστή) ξέρεις πού είναι ο θεός Αίολος;
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Ξεκινάει την παντομίμα του «μπιζ».)
ΔΙΑΣ: (Τον κόβει) στην υπηρεσία σου ξέρουνε;
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Ξεκινάει την παντομίμα τού «μπιζ».)
ΗΡΑ: (Τον κόβει) «όχι», δεν ξέρουν ή δεν ξέρεις αν ξέρουν;
ΔΙΑΣ: (Τους κόβει) ξέρει κανένας από εσάς πού παρεπιδημεί ο Αίολος;

Όλοι οι θεοί απαντούν «όχι» ή κουνάνε αρνητικά τα κεφάλια.

ΔΙΑΣ: Μπράβο! Πού ήταν το νησί του την τελευταία φορά;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Πριν ένα μήνα περίπου, το είδα αγκυροβολημένο κοντά στο νησί τής Καλυψώς. Το είδε κανένας πιο πρόσφατα;

Όλοι γνέφουν αρνητικά.

ΑΡΗΣ: (Μουρμουρίζει) μα πόσο γρήγορα πλέει αυτό το κωλόνησο;
ΑΘΗΝΑ: (Τού ψιθυρίζει) σκάσε! Τού έχει προσαρμόσει ένα καινούργιο προωθητικό σύστημα, ο Ήφαιστος και κολυμπάει σαν πάπια! Μπορεί να είναι οπουδήποτε τώρα. Μην καρφώσεις τον Ήφαιστο, τώρα!
ΔΙΑΣ: Ερμή! … - όχι, εσένα σε θέλω εδώ. (Κτυπάει τα χέρια προς το αριστερό παράθυρο. Φωνάζει) αϊτέ! Πουλ, πουλ, πουλ!…

Σύντομα μπαίνει από το παράθυρο, ο αετός. Είναι ηθοποιός ντυμένος πουλί, λίγο κακομοίρικα. Επίσης, λίγο αστείος. Μπαίνει με τέτοιο τρόπο που δείχνει ότι ήταν κρυμμένος πίσω από το περβάζι τού παραθύρου. Η Εστία δυσανασχετεί. Η Ήρα τον κοιτάει με «μισό μάτι».

ΑΕΤΟΣ: Στις διαταγές σου, αφ…
ΔΙΑΣ: αϊτέ, πέτα γρήγορα και βρες τον Αίολο. Πες του να σταματήσει τούς αέρηδες που μαίνονται έξω από τη Ρόδο, τώρα. Να κοπάσει όλη η τρικυμία γύρω από το νησί, τώρα αμέσως! Πες ότι είναι διαταγή από εμένα! Ίσως τον βρεις κοντά στην Καλυψώ – βρες τον! (Φωνάζει) φύγε! Γρήγορα!
ΑΕΤΟΣ: Μάλιστααα…

Ο αετός τρέχει και φεύγει από το πλαϊνό παράθυρο. Δύο –τρία πούπουλά του πέφτουν στο πάτωμα. Η Εστία κτυπάει τα χέρια της προς την κουζίνα. Έρχεται ένας υπηρέτης με φαράσι και σκουπάκι, μαζεύει τα πούπουλα και φεύγει. Στο αναμεταξύ ο Ερμής συνεχίζει την περιγραφή.

ΕΡΜΗΣ: Βουνά έρχονται τα κύματα. Υψώνονται απ’ τη μια του πλευρά, το τυλίγουν και σκάνε στην άλλη. Γέρνει μέχρι που η κουπαστή βρίσκεται πιο χαμηλά από την καρίνα…

Η Αφροδίτη κροταλίζει τα δάκτυλα προς την κουζίνα. Έρχεται ένας υπηρέτης κρατώντας μία σακούλα εμετού. Τη δίνει στην Αφροδίτη, υποκλίνεται και φεύγει. Η Αφροδίτη σκύβει προς τον Άρη και βάζει τη σακούλα στο χέρι του.

ΕΡΜΗΣ: Ω, το σκέπασαν τα κύματα! Να το, ξαναβγαίνει! Τινάζει ψηλά την πλώρη του, μένει μετέωρο στον αέρα. Ότι είχε απάνω στο κατάστρωμα καταστράφηκε. Σκάει με την πρύμνη στη θάλασσα και ξαναβυθίζεται… (Η Ήβη απλώνει τα χέρια για να ισορροπεί καθώς τραμπαλίζεται.) Σαν κουκκίδα είναι πια, λες και μικραίνει… Τα κύματα θεριεύουν. (Ο Άρης με τη σακούλα υποφέρει.) Το βλέπω πάλι. Ανεβαίνει στον αφρό… (Ο Δίας πιάνει το κεφάλι του με τα δύο χέρια.) Ωω! Νομίζω ότι οι αρμοί του άνοιξαν. Στα ίσαλά του, η ξυλεία ξεπεδικλώθηκε από τις τραβέρσες. (Ο Άρης γλιστράει κάτω από το τραπέζι.) Ω, ναι… Σχίζεται και στα δύο πλάγια. Βλέπω τους ναύτες να ανεβαίνουν στο κατάστρωμα. Πηδάνε στη θάλασσα, ω Δία… Σα να μού φαίνεται ότι μερικοί στρέφουνε μία στιγμή στον ουρανό, για μία τελευταία επίκλιση… Οι σχισμές έγιναν ρήγματα… Το πλοίο διαλύεται. Βούτηξε ο καπετάνιος. Για στάσου! Η θάλασσα γύρω από το καράβι αλλάζει χρώμα! Α, ναι. (Ξεροκαταπίνει, ρίχνει μια ματιά προς τον Δία.) Είναι οι αμφορείς που είχανε σπάσει και τώρα όλο το μέλι απλώνεται στο νερό…
ΔΗΜΗΤΡΑ: Καλέ, αυτοί θα πνιγούν μέσα στο μέλι που κουβαλούσαν!

Ακούγονται βογγητά και άλλοι τρομεροί και αστείοι ήχοι από εκεί που βρίσκεται ο Άρης. Η Αφροδίτη και η Αθηνά τον παρακολουθούν ανήμπορες.

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Γλυκός θάνατος…
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Σκύβει για να δει προς την πλευρά τού Άρη. Μουρμουρίζει ειρωνικά) γεννημένος θαλασσόλυκος.
ΔΙΑΣ: (Βογγάει) το μέλι μου, το μέλι μου…
ΕΡΜΗΣ: Βλέπω σαν σπίθες φευγαλέα, μερικά κομμάτια τού πηλού που στραφταλίζουνε πριν βυθιστούνε… Οι ναύτες πιάνονται από ξύλα για να σωθούν. Στριφογυρίζουν μαζί τους… Τα κύματα κατάπιαν όλα τα απομεινάρια… Δεν υπάρχει πια καράβι, ω Δία! Χάθηκε και το παράξενο χρώμα… (Μικρή παύση.) Αλλά να! Έχουμε νέα! Ο καιρός αλλάζει. Γρήγορα, πολύ γρήγορα. Τα σύννεφα σκορπίζουν. Οι άνεμοι κόπασαν. Η θύελλα αποτραβιέται! Ο Ήλιος λούζει πάλι την περιοχή… (Η Ήβη σμίγει με ευτυχία τα χέρια της.) (Ενθουσιασμένος) λάδι έγινε η θάλασσα ξαφνικά, ω Δία!
ΑΘΗΝΑ: (Μουρμουρίζει) σκάσε ανόητε!

Ο Ερμής βλέπει το Δία, ζοφερό, με τους αγκώνες στο τραπέζι και το κεφάλι στηριγμένο στα χέρια και λουφάζει. Ο Άρης αρχίζει με κόπο να σκαρφαλώνει στο κάθισμά του. Η Αφροδίτη και η Αθηνά τον βοηθούν. Ανεβάζει τη σακούλα και την αφήνει στην άκρη τού τραπεζιού, δεμένη και αφύσικα παραφουσκωμένη. Παύση. Αμηχανία.

ΗΡΑ: (Προσπαθεί να αγγίξει παρηγορητικά το Δία.) Αχ, βρε Ζήνο, παρά λίγο δεν το προλάβαμε. (Παραιτείται.)

Μπαίνει ο αετός τρέχοντας.

ΑΕΤΟΣ: Δία, αφέντη, εκτέλεσα τη διαταγή σου. Ανακάλυψα το νησί τού Αιόλου αραγμένο δίπλα στο νησί - τής Κίρκης όμως! Χωρίς χρονοτριβή τον διέκοψα από τη δουλειά του – ράντιζε τις κερασιές – και τού μετέφερα τις προσταγές σου. Μού είπε ότι είχε πνιγεί από την καπνίλα που έβγαζε αυτό το μηχανάκι που τού έδωσαν η Δήμητρα και ο Ήφαιστος για να ραντίζει τα δέντρα του και ότι αν αυτό κάνει δουλειά, εγώ να τον πω… (ξεροβήχει). Είχε ανοίξει λοιπόν τους ασκούς του για να φυσήξει λίγο αεράκι, να πάρει τη βρώμα και μετά από τη ζαλάδα του, ξέχασε να φωνάξει τους ανέμους πίσω και εκείνοι άρχισαν να παίζουν κωλοτούμπες και κυνηγητά όπου τους κατέβαινε… Ο Αίολος βιάστηκε να υπακούσει και στέλνει τα σέβη του σε εσένα και την ομήγυρη και εγώ επέστρεψα όσο γινόταν γρηγορότερα, για να μεταφέρω τα καλά μαντάτα: (λάμποντας) η επιθυμία σου εκπληρώθηκε, ω Δία!

Στο αναμεταξύ, ο Άρης ξεπλένει το στόμα του με νερό, κρασί, γλυκό κ.λπ.. Όσο ο αετός μιλούσε, ο Δίας όλο και σκοτείνιαζε. Στο τέλος κάθεται με τα χέρια σταυρωμένα, βλοσυρός και αμίλητος. Μερικοί κρυφογελάνε ακούγοντας την ιστορία. Η χαρά τού αετού σβήνει και μένει άπραγος. Αμήχανη παύση. Ο Ερμής κουνάει τα χέρια δείχνοντας ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο και διακριτικά επιστρέφει στη θέση του. Η Ήβη παραμένει όρθια μα αποτραβιέται προς τα αριστερά. Η Ήρα προσπαθεί να δείχνει ότι συμπάσχει με τον Δία.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Σιγά στην Αθηνά, πίσω από την πλάτη τού Άρη) τον Οδυσσέα παριστάνει ο Αίολος;

Η Αθηνά σηκώνει τους ώμους.

ΕΡΜΗΣ: (Σιγά, ζεματισμένος στην Αθηνά) όλο αυτό το κακό ξεκίνησε από τη Δήμητρα και τον Ήφαιστο…
ΑΘΗΝΑ: (Σιγά) πες, από τον Ήφαιστο…
ΕΡΜΗΣ: Και καλά που εμπλέκεται και η Δήμητρα, αλλιώς θα τον πετούσε στη γη, αυτή τη φορά ο πατέρας.
ΑΘΗΝΑ: Αναρωτιέμαι, τι τον κρατάει…
ΕΣΤΙΑ: Τι θα κάνουμε με τους ναυαγούς;

Η Ήρα γυρίζει ενοχλημένη προς το μέρος της και γνέφει με το χέρι κάτι σαν «άσε μας τώρα».

ΕΡΜΗΣ: (Σιγά στην Εστία) θα είναι πλήγμα για τους Ρόδιους, η απώλεια αυτού τού φορτίου.
ΕΣΤΙΑ: Και να χαθούν τόσες ζωές…
ΔΙΑΣ: (Ξαφνικά σαν να ξυπνάει) οι άνθρωποι αυτοί κουβαλούσαν το μέλι μου. Θα σωθούνε!
ΗΡΑ: (Αλλάζοντας ύφος) μα βέβαια, αγάπη μου. Φυσικά θα τους σώσουμε!
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Προσπαθεί να υπερθεματίσει) τέτοιοι άξιοι ναυτικοί να πάνε χαμένοι;!

Όλοι γυρνάν και κοιτούν τον Ήφαιστο αμίλητοι. Εκείνος λουφάζει. Ο αετός αποτραβιέται αργά προς τα δεξιά τής σκηνής.

ΗΡΑ: Εμπρός, να βοηθήσουμε τους πιστούς ανθρώπους τού Δία.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Πώς θα τους σώσουμε;
ΔΙΑΣ: Ποσειδώνα, στείλε τα δελφίνια σου να τους μαζέψουν!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Ξεροβήχει αμήχανα) εμ … δεν μπορώ… Τα δελφίνια κάνουν απεργία!
ΔΙΑΣ: Ε;!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Έχουν κατέβει σε απεργία. Έτσι το λένε…
ΗΡΑ: Τι είναι τούτο πάλι;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Να, έχουν προβλήματα με τη δουλειά τους και αρνούνται να συνεχίσουν να δουλεύουν μέχρι να λυθούν αυτά τα προβλήματα.

Όσο εξελίσσεται η συζήτηση για την απεργία, ο Άρης παρακολουθεί κάνοντας γκριμάτσες έκπληξης και ενόχλησης. Όλο γεμίζει κρασί το ποτήρι του ή τείνει το άλλο ποτήρι προς την Ήβη για να τού το γεμίσει νέκταρ και πίνει. Καθώς πίνει, σιγά –σιγά η δυσαρέσκειά του μετατρέπεται σε μεγάλο ενδιαφέρον.

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Και γιατί δεν λύνουν μόνα τους, τα προβλήματά τους;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Όχι, δεν καταλάβατε. Τα προβλήματά τους είναι με την εργοδοσία – με εμένα και τους άλλους θαλάσσιους θεούς…
ΔΙΑΣ: Τι εννοείς;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Να, έχουν αιτήματα από εμάς. Πώς να σας το εξηγήσω; Είπαν: «μέχρι να ικανοποιήσετε τα αιτήματά μας, εμείς δεν εργαζόμαστε άλλο».
ΗΡΑ: (Έκπληκτη) σε εκβιάζουν τα δελφίνια;
ΔΙΑΣ: Τους δίνεις διαταγές και εκείνα δεν υπακούουν;
ΑΘΗΝΑ: Δηλαδή, στασίασαν.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Έτσι δείχνει, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Στην πραγματικότητα δεν τους δίνω διαταγές… Δεν έρχονται πια στο παλάτι…
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Αποσβωλωμένος) έχουν αιτήματα οι δούλοι από τους θεούς;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Τα δελφίνια δεν είναι δούλοι. Είναι… ελεύθεροι υπηρέτες.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Τι αιτήματα έχουν;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Μετράει στα δάκτυλα.) Δεν έχω καταλάβει καλά. Κάτι λένε για αναγνώριση τού συλλόγου τους.
ΕΡΜΗΣ: Ποιου συλλόγου τους;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Νομίζω ότι εννοούν τής συντεχνίας τους αλλά δεν θέλουν πια να λέγεται συντεχνία… Επίσης θέλουν να θεωρείται επικίνδυνη και ανθυγιεινή εργασία όταν παλεύουν με τους καρχαρίες και να προσμετριέται διπλός, αυτός ο χρόνος εργασίας…
ΔΗΜΗΤΡΑ: Χρόνος εργασίας;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Πράγμα που μας φέρνει στο τρίτο αίτημα, που είναι όταν μεγαλώνει ένα δελφίνι και συμπληρώνει κάποια χρόνια υπηρεσίας να μην είναι υποχρεωμένο να δουλεύει άλλο. Αυτό το λένε σύνταξη.
ΔΙΑΣ, ΗΡΑ, ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ, ΑΘΗΝΑ: Ε;!
ΑΡΗΣ: Ε;!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Πώς είναι δυνατό να ζει και να μην δουλεύει κανείς;
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Βασιλιάδες είναι;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Υποτίθεται ότι θα τα σιτίζουμε εμείς από το πρυτανείο.
ΗΡΑ: Θα τρελάθηκαν!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Δοκίμασες να βράσεις μερικά για να συνετίσεις τα υπόλοιπα;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αστειεύεσαι; Να πειράξω δελφίνι; Αυτά είναι ενωμένα σαν τα στρείδια. Μετά θα σηκωθούν να φύγουν όλα στον ωκεανό και μην τα ξανάδατε.
ΕΡΜΗΣ: Πώς θα ζήσουν στον ωκεανό, αυτά τα δελφίνια;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Δεν ξέρω, δεν το διακινδυνεύω.
ΔΙΑΣ: Γιατί δεν τα συλλαμβάνεις;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Α, πα, πα. Θα πάθουν κατάθλιψη και θα πεθάνουν.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Απίστευτο.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Ε, τέλος πάντων, σκότωσέ τα όλα να παραδειγματιστούν τουλάχιστον οι άλλοι. Ξέρεις, τέτοια πράγματα είναι κολλητικά.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Και μετά ποιους θα ‘χω για τις δουλειές που κάνουν; Τους καρχαρίες; Είναι αναντικατάστατα.
ΑΘΗΝΑ: Οι τρίτωνες;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Οι τρίτωνες δεν μπορούν να κάνουν ότι ένα δελφίνι. Δεν τους κόβει.
ΑΘΗΝΑ: Πάντως αυτό που είπαν για τους καρχαρίες είναι ανακόλουθο. Τα δελφίνια έτσι και αλλιώς πολεμούν τους καρχαρίες.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αυτό ήταν από τα πρώτα μου επιχειρήματα. Μου απάντησαν ότι άλλο είναι να πολεμάνε όποτε τους κάνει κέφι και άλλο να τα διατάζω εγώ να τρέχουν στη μάχη.
ΑΡΗΣ: Ανήκουστο!
ΔΙΑΣ: Ποσειδώνα, καταλαβαίνεις τη σοβαρότητα τής κατάστασης; Μια τάξη υπηκόων έχει εξεγερθεί ενάντια σε έναν ολύμπιο θεό… Και τι κάνεις τώρα; (Τού πιάνει το χέρι.)
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Έχει αναλάβει ο Νηρέας, τις διαπραγματεύσεις μαζί τους… Συναντιούνται κάθε τρίτη μέρα και ανταλλάσσουν απόψεις… Την δεύτερη ημέρα συμβουλευόμαστε τους ρήτορές μας…
ΑΡΗΣ: Και την πρώτη;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ξεκουραζόμαστε…
ΗΡΑ: (Κρύβει το πρόσωπό της στις χούφτες της) τι ρεζιλίκι!
ΔΙΑΣ: Διαπραγματεύσεις με τους δούλους; Πού ακούστηκε, Ποσειδώνα;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Σηκώνει το δάκτυλο) … ελεύθεροι υπηρέτες…
ΔΙΑΣ: Έστω! Έπρεπε να μου είχες πει ότι υπάρχει τέτοιο πρόβλημα στο βασίλειό σου.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Αλλάζει ύφος) είναι εσωτερικό θέμα.
ΔΙΑΣ: Όταν κάποιος εγκαταλείπει το καθήκον που τού ορίστηκε, τότε διασαλεύεται η παγκόσμια τάξη. Και όταν διασαλεύεται η παγκόσμια τάξη, απειλούμαι εγώ και όλοι μας! Και καθήκον όλων των θεών είναι να συνεργάζονται άμεσα για να πατάσσουν στη γέννησή του, τον αποστάτη.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Μα αυτή είναι η πονηριά τής απεργίας που επινόησαν, Δία. Δεν λένε ότι εγκαταλείπουν τη θέση τους. Απλά δεν παράγουν έργο.
ΔΙΑΣ: (Κτυπάει το χέρι στο τραπέζι.) Σοφιστείες!
ΑΡΗΣ: (Μισομεθυσμένος) ίσως αν κάναμε μία επιτροπή για τη διαχείριση τέτοιων κρίσεων, ω Δία!
ΔΙΑΣ: (Τον παίρνει στα σοβαρά.) Και αν το μάθουν εδώ, οι δικοί μας; Καλύτερα να μην τους δίνουμε ιδέες.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Πω, πω… Σκεφτείτε να παίρνανε παράδειγμα, οι Κύκλωπες.
ΗΡΑ: Εδώ δεν τα επιτρέπουμε εμείς, αυτά!
ΔΙΑΣ: Ναι, αλλά έτσι αρχίζουνε κάποιες συνωμοσίες… Αφήστε με να σκεφτώ.
ΕΡΜΗΣ: (Σιγά στην Αθηνά) μα επειδή ξεπάτωσε ο Ποσειδώνας, τα δελφίνια κι αυτά παραλόησαν, μιλάμε για συνωμοσίες;
ΑΘΗΝΑ: (Ψιθυρίζει) δεν ξέρω, ίσως είναι σοβαρό!
ΔΙΑΣ: (Κοιτάει γύρω.) Θα το συζητήσουμε, οι δώδεκά μας και ο Διόνυσος, δεύτερο θέμα στην επόμενη ολομέλεια. Έως τότε, τσιμουδιά απ’ όλους για το τι ειπώθηκε εδώ μέσα.

Όλοι αλληλοκοιτάζονται. Τα βλέμματα σταματούν πρώτα στην Ήβη.

ΔΙΑΣ: (Βάζει το δάκτυλο στο στόμα και τής κάνει:) σσς!

Η Ήβη χαμηλώνει το κεφάλι.

ΗΡΑ: (Σκουντάει το Δία και του λέει σιγά) δεύτερο θέμα για την επόμενη ολομέλεια, είχαμε ορίσει από πού θα πάρουμε τα νέα μας σερβίτσια. (Ο Δίας την κοιτάει επιτιμητικά και εκείνη αλλάζει θέμα. Τού γνέφει ελαφρά προς τον αετό.) Φρόντισε να μη φλυαρήσει το παλιόπουλό σου.
ΔΙΑΣ: Θα φροντίσω για το παλιόπουλό μου. Εσύ φρόντισε τις ακόλουθές σου, αν πας στο παλάτι τού Ποσειδώνα.
ΗΡΑ: Οι ακόλουθές μου δεν συναναστρέφονται με δελφίνια.

Ο Απόλλωνας κοιτάει έντονα το διαβιβαστή και ξεροβήχει με νόημα.

ΔΙΑΣ: (Στο διαβιβαστή) παιδί μου, δεν άκουσες τίποτα από όσα είπαμε εδώ μέσα, έτσι;
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Αρχίζει την παντομίμα τού «μπιζ».)
ΔΙΑΣ: (Τον κόβει θυμωμένος) μα τον τάρταρο, πώς γίνεται να απαντάς, αφού δεν άκουσες τίποτε; Χάσου από μπροστά μου και κράτα κλειστό… ακίνητα τα χέρια σου!

Ο διαβιβαστής φεύγει γρήγορα.

ΔΙΑΣ: Μην ανησυχείτε για την ομάδα αυτουνού. Αυτοί είναι χειρότεροι από…

Μικρή παύση.

ΕΡΜΗΣ: Να σας θυμίσω, ότι οι ναυαγοί είναι ακόμα στην επιφάνεια αλλά όχι για πολύ. Το νερό είναι κρύο…
ΑΘΗΝΑ: Ποσειδώνα, μπορείς να στείλεις τους τρίτωνές σου, να τους μαζέψουν;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Όχι Αθηνούλα, το έχω δοκιμάσει και δεν πιάνει. Οι τρίτωνες φαίνονται τόσο τρομακτικοί που μόλις τους βλέπουν οι ναυτικοί, τα κακαρώνουν αμέσως απ’ το φόβο…
ΕΡΜΗΣ: Εύρηκα! Τα δελφίνια τού Διονύσου! Αυτά ανήκουν κατευθείαν στο Διόνυσο και δεν θα απεργούν. Έτσι δεν είναι Ποσειδώνα;
ΔΙΑΣ: Λαμπρή ιδέα, Ερμή!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αχ, όχι! Όχι απεργοσπάστες, σάς παρακαλώ!
ΗΡΑ: Όχι, τι;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Απεργοσπάστες. Είναι αυτοί που όταν κάποιοι απεργούν…
ΔΙΑΣ: (Κτυπώντας επανειλημμένα το χέρι του στο τραπέζι) Ποσειδώνα, δεν θέλω να ακούσω τι είναι! Θέλω τα δελφίνια τού Διονύσου να σώσουν τους ναυαγούς μου!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ναι, αλλά τα δικά μου δελφίνια θα εξαγριωθούν. Θα εγκαταλείψουν το διάλογο και θα σκορπιστούν οι διαπραγματεύσεις στα τέσσερα ρεύματα! Και ίσα που έχει πετύχει ο Νηρέας, να καταλήξουν σε ένα πλάνο συνομιλιών κοινής αποδοχής, με στόχο τη διερεύνηση συμβιβαστικών προτάσεων…
ΔΙΑΣ: (Τον κόβει.) Αυτές είναι η πέμπτη και η έκτη άγνωστες λέξεις που λες σήμερα. Και ήταν όλες, η μία χειρότερη από την άλλη! Ποσειδώνα, καινά δαιμόνια εισάγεις!… (Γυρίζει στους άλλους) ποιος ξέρει πού είναι ο Διόνυσος;

Όλοι κοιτάζονται μεταξύ τους.

ΘΕΟΣ 1: Τον είδα πριν αρκετές ημέρες.
ΘΕΟΣ 2: Πριν λίγες ημέρες…
ΘΕΟΣ 3: Πριν τρεις ημέρες τον άκουσα να τραγουδάει.
ΑΡΗΣ: Χιπς! Θα ήτανε σκνίπα!
ΔΗΜΗΤΡΑ: Η ακολουθία του είναι στη Μίλητο και στην Έφεσο.
ΑΕΤΟΣ: Δία, πατέρα, εγώ προχτές τον είδα. Ήταν λιπόθυμος παρέα με το Σιληνό στη Νάξο, μετά από γερή κρασοκατάνυξη. Οι κάτοικοι τού χωριού χορεύανε.
ΔΙΑΣ: Ωραία! Τσακίσου, πήγαινε ξύπνα τον και διάταξέ τον να στείλει τους πειρατές… - τα δελφίνια του ήθελα να πω – να σώσουν τους ναυαγούς έξω απ’ τη Ρόδο.
ΑΕΤΟΣ: Μα, πατέρα, δεν γίνεται να ξυπνήσει ο θεός Διόνυσος, όταν είναι τάβλα… - όταν ξεκουράζεται…
ΔΙΑΣ: Να γίνει! Φά’ του το συκώτι!
ΗΡΑ: Δία!
ΔΙΑΣ: Εντάξει, δεν το εννοούσα αυτό. Τσίμπησέ τον μόνο. Πέτα όμως.

Ο αετός φεύγει ταχύτατα και σκορπάει πούπουλα γύρω του. Η Εστία αναστατώνεται. Κτυπάει τα χέρια, έρχεται ο υπηρέτης με το γνωστό φαράσι και μαζεύει τα πούπουλα. Φεύγει. Οι θεοί είναι σε έξαψη και περιμένουν.

ΑΡΗΣ: Χιπς.
ΔΙΑΣ: (Κροταλίζει τα δάκτυλά του στο τραπέζι.) Δεν θα προλάβουμε.
ΗΡΑ: Μόνο ένα θαύμα τούς σώζει.
ΔΙΑΣ: Δεν κάνουμε πια θαύματα! (Έντονη σιωπή.) Εντάξει θα κάνουμε ένα μικρό θαύμα. Αθηνά, πήγαινε στο παράθυρο, άφησέ τους να σε δουν και δώσε τους κουράγιο!
ΑΘΗΝΑ: Μα…
ΔΙΑΣ: Πήγαινε!

Η Αθηνά υπακούει. Πάει στο μπρος αριστερό μέρος τής σκηνής και κοιτάει σε μία γενική κατεύθυνση προς το πίσω δεξιά μέρος τής πλατείας. Σηκώνει το χέρι αμήχανα, προσπαθώντας να αποσπάσει την προσοχή των ναυαγών. Μετά τους χαιρετάει, χαμογελάει, κουνάει το κεφάλι, κάνει κινήσεις σαν να αυτοσυστήνεται και να τους καθησυχάζει. Μοιάζει με στάρλετ που κάνει θεατρινισμούς ενώ βραβεύεται αλλά κάπως πιο συγκρατημένα. Μετά αρχίζει κουνώντας τα χέρια, να τους υποδεικνύει να κολυμπήσουνε με διάφορα στυλ κολύμβησης. Ταυτόχρονα χαμογελάει ενθαρρυντικά και τους κουνάει το κεφάλι επιδοκιμαστικά. Άλλες φορές τους υποδεικνύει να κρατάν τα κεφάλια τους έξω από το νερό κ.λπ..
Ο Δίας, η Εστία και η Ήβη παραμένουν σοβαροί. Στους άλλους θεούς αναπτύσσεται θυμηδία. Στην αρχή προσπαθούν να την καλύψουν αλλά όλο εντείνεται. Γέρνουν ο ένας προς τον άλλο, πιάνουν μεταξύ τους τα χέρια τους, δείχνουν την Αθηνά και γελάνε όσο μπορούν βουβά.

ΑΡΗΣ: Μα αυτό το έχουμε ξανακάνει. Χιπς!
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Πάλιωσε, πάλιωσε!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Στην Αθηνά) καλέ, πες τους να κουνήσουν και τα χέρια τους!

Οι θεοί γελάνε. Η Αθηνά ζεματισμένη συνεχίζει.

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Τελικά μάθαμε τι έγινε τη άλλη φορά;
ΔΗΜΗΤΡΑ: Ο Αίσωπος το αποσιώπησε.
ΑΡΤΕΜΗ: Χι, χι!
ΑΡΗΣ: Χιπς, χιπς!

Μπαίνει από το παράθυρο, μουδιασμένος ο αετός. Ρίχνει γρήγορη ματιά τριγύρω. Στο πρόσωπό του έχει πρηξίματα.

ΑΕΤΟΣ: Δεν ξυπνάει, ω Δία.
ΔΙΑΣ: Πώς;!
ΑΕΤΟΣ: (Με πανικό) τού έριξα τρία βαρέλια νερό! Άρχισα να κρώζω «γάλα, εγκράτεια, νηστεία» μέσα στ’ αυτί του. Τού κούνησα μία τσότρα με κρασί γιοματάρι στο άλλο αυτί. Τού άλειψα μούστο κάτω απ’ τη μύτη. Μαζεύτηκαν μέλισσες και με κυνήγησαν (δείχνει το πρόσωπό του).
ΔΙΑΣ: Τον τσίμπησες;
ΑΕΤΟΣ: Τον τσίμπησα όσο μπορούσα. Είχαν εξαγριωθεί και οι μέλισσες και τσιμπούσαν και αυτές. Έφτασα στο συκώτι όπως μού είπες και εκεί σταμάτησα. (Κουνάει το χέρι με αηδία.) Είναι πρησμένο από το πολύ μπεκρούλιασμα!
ΗΡΑ: Πρόσεχε, πώς μιλάς για το συκώτι ενός θεού!

Ο αετός μαζεύεται.

ΔΙΑΣ: Και οι άλλοι;
ΑΕΤΟΣ: Και αυτό το δοκίμασα. Σκέφτηκα να ξυπνήσω τους Σάτυρους και αυτοί θα ‘ξέραν πώς να ξυπνήσουν τον αφέντη τους. Τίποτα! Χειρότεροι από το Διόνυσο. Ήταν και ο Πάνας εκεί. Είχε πιει απ’ όλα τα βαρέλια ανάκατα και καθώς ροχάλιζε, το χνώτο του βρωμούσεεε! Πφούι. Τουλάχιστον η μυρωδιά έδιωξε τις μέλισσες…
ΑΡΗΣ: Χιπς!

Όσο ο αετός μιλάει, η Αθηνά όλο και επιβραδύνει τις κινήσεις της. Που και που κάνει ένα νεύμα στους ναυαγούς να μην ξεχνιούνται. Ο Δίας «σπάει». Τρίβει κουρασμένος το μέτωπό του. Κοιτάει γύρω αφηρημένα. Σταματάει στην Αθηνά που έχει στραφεί προς το μέρος του.

ΔΙΑΣ: Συνέχισε εσύ!

Η Αθηνά αμέσως γυρίζει προς την πλατεία και κάνει με παντομίμα μεγάλες απλωτές. Ο Δίας σκέφτεται αλλά είναι παραιτημένος. Η Αθηνά σύντομα επιβραδύνει ξανά.

ΑΡΗΣ: Χιπς!

Στο αναμεταξύ, ο αετός έχει φτάσει στα δεξιά τής σκηνής και αναφουφουλιάζεται. Μερικά πούπουλα πέφτουν.

ΕΣΤΙΑ: (Βλοσυρά) αϊτέ μαδάς!

Η Εστία κτυπάει τα χέρια της και έρχεται ο γνωστός υπηρέτης με το σκουπάκι και το φαράσι. Μαζεύει τα πούπουλα γύρω από τα πόδια τού αετού ενώ εκείνος τον παρακολουθεί ανήσυχα. Καθώς ο υπηρέτης ανασηκώνεται, βλέπει ένα μισοβγαλμένο πούπουλο επάνω στον αετό και το τραβάει. Ο αετός κρώζει και χοροπηδάει ταραγμένος. Προσπαθεί να τσιμπήσει τον υπηρέτη που επιμένει. Γίνεται μία σύντομη αψιμαχία. Πάνω που ετοιμάζεται να επέμβει η Ήρα, ο υπηρέτης φεύγει. Ο αετός στρώνει με αστεία αξιοπρέπεια, το φτέρωμά του. Ο Δίας παρακολουθεί όλα αυτά, αδιάφορα.
Στο αναμεταξύ η Αφροδίτη προσφέρει νερό στον Άρη. Εκείνος πίνει αλλά δεν
τού κόβεται ο λόξιγκας. Καταλαβαίνει ότι ενοχλεί και για αυτό τον κρύβει όσο μπορεί. Η Ήρα τον κοιτάει μισοανήσυχη, μισοεκνευρισμένη.
Ο Δίας γίνεται βλοσυρός. Η Αθηνά έχει πια σταματήσει τα νοήματα, μένει όρθια δίβουλη. Παύση. Ο Δίας ξεφυσάει.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Στην Ήρα χαμηλόφωνα για τον Άρη) πώς να τον σταματήσω;
ΗΡΑ: Τρόμαξέ τον!
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Να τρομάξω τον Άρη; Δεν γίνεται!
ΕΡΜΗΣ: (Στον Άρη) έγινε ειρήνη στη Γη!
ΑΡΗΣ: (Προς στιγμή απορεί. Μετά χαμογελάει) χα! Πάτε να με τρομάξετε, ε;… Χιπς!

Παύση. Ο Δίας ξεφυσάει δύο φορές. Ξάφνου η Αθηνά ρίχνει μία ματία προς την πλατεία και «πετάγεται». Γυρίζει, σκιάζει τα μάτια της, κοιτάζει με ένταση.

ΑΘΗΝΑ: Θεοί, ήρθαν τα δελφίνια!… Είναι τα δελφίνια τού Ποσειδώνα… Πάνε στους ναυαγούς! Θα τους σώσουν.

Αναταραχή μεταξύ των θεών. Επιφωνήματα έκπληξης.

ΘΕΟΣ 1: Τα δελφίνια!
ΘΕΟΣ 2: Επιτέλους!
ΘΕΟΣ 3: Ήρθαν!
ΘΕΟΣ 4: Είναι αλήθεια;
ΑΘΗΝΑ: Ναι, ναι! Τους ανεβάζουν στην πλάτη τους. Τα πιο μεγάλα τούς παίρνουν διπλοκάβαλους.
ΑΡΗΣ: (Στενοχωρημένος) και η απεργία;
ΕΡΜΗΣ: (Στον Άρη) σού πέρασε ο λόξιγκας.
ΑΡΗΣ: (Το σκέφτεται. Χαίρεται) α, ναι! Ζήτω τα δελφίνια!
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Ζήτω οι ναυαγοί!

Όλοι γυρνάν και κοιτάνε τον Ήφαιστο. Εκείνος μαζεύεται.
Η Αθηνά κάνει τις τελευταίες χαιρετούρες προς τους ναυαγούς.

ΔΗΜΗΤΡΑ: (Στον Ποσειδώνα) δηλαδή, τι έγινε; Έληξε η απεργία;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Λίγο ειρωνικά) φαίνεται ότι οι διαπραγματεύσεις με το Νηρέα απέδωσαν.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Όχι, όχι, δεν μπορεί. Φαίνεται ότι τα δελφίνια είχαν αφήσει προσωπικό ασφαλείας.
ΔΗΜΗΤΡΑ, ΑΡΤΕΜΗ, ΗΡΑ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Ε;!
ΔΙΑΣ: Όχι! Μην τολμήσεις να μας εξηγήσεις τι είναι!

Θυμηδία.

ΕΡΜΗΣ: Πάντως, Ποσειδώνα, αυτή είναι μία καλή ευκαιρία, για προσέγγιση με τα δελφίνια.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ω, ναι! (Οραματίζεται) θα τους βγάλω ένα λόγο για την αγαλλίαση αυτών που εκπληρώνουν το καθήκον τους, για την ανάγκη συνεργασίας, για τα μεγάλα πεπρωμένα που προοριζόμαστε να βαδίσουμε…
ΔΙΑΣ: (Τον κόβει κάπως εκνευρισμένος) πολύ ωραία. Και αν μπορείτε να κλείσετε το θέμα… (Στην Αθηνά) όλα εντάξει;
ΑΘΗΝΑ: Ναι, πατέρα. Πλησιάζουν την ακτή.
ΔΙΑΣ: (Αλλάζει ύφος) μπράβο, κόρη μου. Και αυτό χάρη σε ‘σένα. Εσύ τους κράτησες στη ζωή!
ΑΘΗΝΑ: Αλίμονο, πατέρα!
ΔΙΑΣ: Στη δόξα σου (πίνει νέκταρ)!

Όλοι χειροκροτούν, επευφημούν και πίνουν στην υγεία τής Αθηνάς. Εκείνη ευχαριστιέται πολύ. Ξεκινάει για τη θέση της.

ΑΡΗΣ: (Πονηρά) Αθηνά, για κοίταξε μήπως ανέβηκε κανένας πίθηκος στα δελφίνια…

Όλοι εκτός τού Ποσειδώνα, γελάνε.

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Δεν ανεβαίνουν πίθηκοι στα δελφίνια μου.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Χα, χα! Άλλα μας είχε πει ο Αίσωπος.
ΔΗΜΗΤΡΑ: Καλέ, απ’ το μυαλό του, το είχε βγάλει ο Αίσωπος! Δεν γεννήθηκε ακόμα πίθηκος, τόσο έξυπνος που να ξεγελάσει δελφίνι.
ΗΡΑ: Αλλά και να είχε γίνει, δεν θά ‘φηναν ούτε τα δελφίνια ούτε οι πίθηκοι, να διαρρεύσει τέτοιο ρεζιλίκι.
ΑΡΤΕΜΗ: Μπορεί να το κάρφωσε κάποιος άνθρωπος.

Η Αθηνά κάθεται στη θέση της. Πίνει με ανακούφιση και απόλαυση.

ΕΣΤΙΑ: Τελικά, τα δελφίνια ήταν πολύ πιο φιλάνθρωπα από ‘μας.
ΑΡΗΣ: Μπράβο και στον αϊτό!

Όλοι ξεσπάνε σε γέλια. Ο Δίας χαμογελάει. Ο αετός ρίχνει το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο, μη ξέροντας αν τον κοροϊδεύουν ή όχι.

ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ: Ναι, ναι! / Μπράβο, μπράβο!
ΔΙΑΣ: (Μισογελώντας) άιντε, αϊτέ μου, μπορείς να πηγαίνεις.

Ο αετός συνεχίζει να τραμπαλίζεται. Ο Δίας τού κάνει νόημα να φύγει από το παράθυρο.

ΗΡΑ: («Γλυκά» στο Δία) νομίζω ότι περιμένει φιλοδώρημα!
ΔΙΑΣ: (Αλλάζει έκφραση και ωρύεται) τσακίσου μαδημένο πουλερικό πριν σε ξεπουπουλιάσω.

Ο αετός χοροπηδάει, κακαρίζει και φεύγει τρέχοντας. Πίσω του σκορπάει πούπουλα. Η Εστία πιάνει με τα χέρια, τα μάγουλά της ταραγμένη. Οι θεοί γελάνε. Επαναλαμβάνεται η γνωστή σκηνή με τον υπηρέτη που έρχεται να μαζέψει τα πούπουλα. Η Ήβη κάθεται στο σκαμνί της.

ΗΡΑ: (Χαϊδεύει τα μαλλιά τού Δία.) Είσαι ευχαριστημένος;
ΔΙΑΣ: (Σκεφτικός) έχασα το μέλι μου!
ΗΡΑ: Ω, τον καλό μου… Θεοί, ακούστε με! Προτείνω όλοι να πούμε στους ιερείς των ναών μας, να στείλουν από έναν αμφορέα μέλι στον πλησιέστερό τους ναό τού Δία μας!
ΟΛΟΙ: Ναι, ναι! / Δίκαιο! / Άξιος! / Καλή ιδέα. / Μπράβο!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Εγώ θα σου στείλω και μελισοκέρι, Δία.
ΑΡΤΕΜΗ: Και ‘γω αγριόμελο, από μελίσσια που μόνο οι αρκούδες των βουνών ξέρουνε.
ΔΗΜΗΤΡΑ: Και ‘γω θα σου φτιάξω ωραίες μελόπιτες, αδερφέ μου. Τις αγαπημένες σου.
ΔΙΑΣ: (Φανερά συγκινημένος) σας ευχαριστώ! Σας ευχαριστώ όλους σας.
ΗΡΑ: (Χώνεται στην αγκαλιά τού Δία.) Ζήνο μου, καταφέραμε και σώσαμε τόσους πιστούς ανθρώπους, χωρίς να κάνουμε μεγάλο θαύμα!
ΔΙΑΣ: Είμαστε αξιέπαινοι! (Όλοι συγκινούνται.) Ακούστε με! Το βράδυ, σίγουρα οι ναυαγοί και οι οικογένειές τους θα θυσιάσουνε στην Αθηνά, σε μένα και στον Ποσειδώνα για τη σωτηρία τους. Είστε όλοι καλεσμένοι να ανοίξετε τα μπαλκόνια σας για να απολαύσετε την ωραία τσίκνα!
ΟΛΟΙ: Μπράβο! / Άξιοι! / Ναι!…
ΔΙΑΣ: (Κάνει πρόποση. Η Ήβη σηκώνεται.) Θεοί, στο μεγαλείο μας! Στην ευημερία μας!
ΟΛΟΙ: Στις χαρές μας! / Στη δόξα μας! / Στο μεγαλείο μας! (Πίνουν νέκταρ.)

Η Ήβη χαμογελάει ευχαριστημένη προς το κοινό. Σερβίρει όλους τους θεούς νέκταρ και μετά ξανακάθεται.

ΕΣΤΙΑ: (Σκουπίζει ένα δάκρυ.) Αχ! Συγκινήθηκα.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Πάντως, τι αγωνία περάσαμε, ε;
ΗΡΑ: (Σιγά στο Δία, χαμογελώντας αλλά με δηλητήριο) Δία μου, μήπως θα έπρεπε να πεις στον αϊτό, να μην κρυφακούει πίσω από το περβάζι;

Ο Δίας ξαφνιάζεται, μετά κουνάει το κεφάλι σαν να μην πιστεύει στ’ αυτιά του.
Μερικοί θεοί τσιμπολογάνε. Γενική χαλάρωση.




Σκηνή 4η: Πελοποννησιακός πόλεμος

[ ... συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση.]




Μπαίνει ο διαβιβαστής από την κύρια είσοδο. Κατευθύνεται στο Δία και αρχίζει μία πολύ παραστατική παντομίμα. Ο Ποσειδώνας κοιτάει έκπληκτος, οι υπόλοιποι θεοί δεν δίνουν μεγάλη σημασία.

ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Κάνει παντομίμα.)
ΔΙΑΣ: Ε, λοιπόν;
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Κάνει παντομίμα.)
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Τι είναι αυτό, ω Δία;
ΔΙΑΣ: Έλλειψη προσωπικού.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Και σε τι σού είναι χρήσιμος αυτός;
ΔΙΑΣ: Τον έχω βάλει στο τμήμα διαβιβάσεων.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Έβαλες έναν μουγγό στο τμήμα διαβιβάσεων;
ΑΘΗΝΑ: (Μουρμουρίζει) για εχεμύθεια.
ΔΙΑΣ: (Εμπιστευτικά) είχε πολύ υψηλές γνωριμίες!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Έκπληκτος) πόσο ψηλές;
ΔΙΑΣ: (Σηκώνει τα μάτια προς το ταβάνι και τα γυρίζει αριστερά –δεξιά. Μετά, χαμηλόφωνα) Ερινύες.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: !… Και τι σού είπε τώρα;
ΔΙΑΣ: Ότι έξω από τη Ρόδο ξέσπασε θύελλα και ένα καράβι κινδυνεύει. Οι ναυτικοί προσεύχονται ιδιαίτερα σε μένα, για αυτό μού μετέφερε το μήνυμα.
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Παντομίμα.)
ΔΙΑΣ: Το κατάλαβα παιδί μου ότι είναι επείγον. (Στον Ποσειδώνα) δε μού λες: δικιά σου είναι η θύελλα;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Όχι, ιδέα δεν έχω.
ΗΡΑ: Ε, ποιος τότε;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Στο διαβιβαστή) δε μού λες παιδί μου: είναι υποθαλάσσια η αναταραχή ή επιφανειακή;
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Κάνει με παντομίμα το παιχνίδι «μπιζ».)
ΔΙΑΣ: Δεν καταλαβαίνει.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Δεν μπορεί να ξεχωρίσει μία υποθαλάσσια αναταραχή από μία επιφανειακή;
ΔΙΑΣ: Ούτε που καταλαβαίνει τι τού λες…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ακούστε, δεν μπορεί να είναι υποθαλάσσια, ούτε από ρεύματα. Θα το ήξερα αν ήτανε. Δεν υπάρχει τίποτα στο δελτίο για τις επόμενες δύο ημέρες.
ΗΡΑ: Μήπως κάποιος άλλος θαλάσσιος θεός;…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Όχι, όχι. Σάς λέω, θα το ήξερα. Είναι επιφανειακή αναταραχή. Φταίνε οι άνεμοι.
ΗΡΑ: Ο Αίολος!
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Πάει να αρχίσει παντομίμα.)
ΗΡΑ: (Τον κόβει) περίμενε εσύ! (Στο Δία) τι θα κάνουμε με το πλοίο, άντρα μου;
ΔΙΑΣ: Ω, θα σεβαστούμε ότι λένε οι Μοίρες.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Στο διαβιβαστή) εσείς τής αντικατασκοπείας ξέρετε τι έχουν γραμμένο οι Μοίρες για αυτό το πλοίο;
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Παντομίμα το παιχνίδι «μπιζ».)
ΔΙΑΣ: (Στον Απόλλωνα) μη μιλάς έτσι στο διαβιβαστή γυιε μου. (Σε όλους) αφού δεν ξέρουμε, θα ζυγίσουμε την Κήρα τού πλοίου.
ΗΡΑ: (Στο διαβιβαστή) διαβιβαστή, ειδοποίησε να φέρουν την Κήρα τού καραβιού.

Ο διαβιβαστής φεύγει.

ΔΙΑΣ: Ήφαιστε, έφερες τη ζυγαριά μου;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Μαγκωμένα) ε, όχι πατέρα. Δεν είναι έτοιμη.
ΔΙΑΣ: Πώς! Πότε θα είναι έτοιμη;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Εεε, ίσα που να ξημερώσει και να βασιλέψει ο ήλιος δύο φορές…
ΔΙΑΣ: Το ίδιο μού είπες και πριν τρεις ημέρες.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Ε, να πατέρα…
ΔΙΑΣ: Σού έδωσα τη ζυγαριά τού πεπρωμένου στην αρχή τού μήνα για μια απλή βλάβη και ακόμα δεν την έχω.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Όχι, πατέρα, ήθελε περισσότερο κοίταγμα. Έπρεπε να αλλάξω κάποιους σκουριασμένους άξονες, να επανατοποθετήσω το δίσκο τού μετρητή, να καθαρίσω τη βελόνα.
ΔΙΑΣ: Και όλα αυτά παίρνουν τόσες ημέρες για κάτι που εγώ είπα ότι υπερεπείγει;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Δίκιο έχεις, αλλά σκέφτηκα, μια που έχω τη ζυγαριά, να κάνω κάποιες προσαρμογές για να τη βελτιώσω λίγο και…
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Να βελτιώσεις τη ζυγαριά των Κηρών;!
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Ναι, ναι! Να, θα προσαρμόσω – δηλαδή έχω ήδη προσαρμόσει – ένα μικρό μοχλό στην άκρη τής ζυγαριάς και όταν τελειώνει το ζύγισμα, θα τραβάς το μοχλό και από ένα μικρό μηχάνημα που θα είναι συνδεδεμένο, θα βγαίνει από μία σχισμή ένα κομματάκι μάρμαρο που θα έχει σκαλισμένες επάνω την ημερομηνία, την ώρα και το αποτέλεσμα τού ζυγίσματος.
ΑΘΗΝΑ: Τι μηχάνημα είναι αυτό;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Θα το ονομάσω εκσκαλιστή. Είναι τελείως νέο. (Στο Δία) και ήθελα να σε ρωτήσω πατέρα, αν επιθυμείς στο κομματάκι το μάρμαρο να γράφει και τον αύξοντα αριθμό τού ζυγίσματος, γιατί αν είναι, πρέπει να ρυθμίσω το μηχανισμό πριν μοντάρω το τελικό κουτί…

Ο διαβιβαστής ξαναμπαίνει κρατώντας ένα σακούλι.

ΔΙΑΣ: (Κτυπάει επανειλημμένα το χέρι του στο μπράτσο τού θρόνου του.) Ήφαιστε, δεν πιστεύω στα αυτιά μου! Σού εμπιστεύτηκα τη ζυγαριά που ζυγίζω τις Κήρες των θνητών, επειδή έκανε γριτς –γριτς και ήθελε λίγο λάδωμα και εσύ παίζεις μαζί της. Αν δεν την έχω αύριο το πρωί στην αίθουσα ακροάσεων, θα πετάξω εσένα και τους τσαρλατάνους σου να κάνετε τους υπηρέτες στο χειρότερο μάστορα των ανθρώπων. (Παύση.) Ορίστε! Ξέρεις πόσο καιρό έχω να κρίνω για τους αιφνίδιους θανάτους των ανθρώπων;
ΗΡΑ: (Με «γλυκό» χαμόγελο στον Ήφαιστο) και αν χαλάσει τελείως, οι άνθρωποι θα αρχίσουν να αυξάνονται σαν πρόβατα και τότε – ξέρεις τι θα γίνει τότε;
ΔΙΑΣ: (Βογκά) ω, Μοίρες μου φυλάξτε το ζυγό από τα χέρια αυτουνού και απ’ το μυαλό το δικό μου που τού τον εμπιστεύτηκα.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Πω, πω, Δία, θα γίνει ότι και πριν εφτάμιση αιώνες.
ΑΡΗΣ: Τι έγινε πριν εφτάμιση αιώνες;
ΑΘΗΝΑ: (Τον σκουντάει) ο Τρωικός πόλεμος, ανόητε.
ΑΡΗΣ: Α, ναι!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Η αλήθεια είναι ότι ήδη έχουν γίνει πολλοί, οι άνθρωποι.
ΑΘΗΝΑ: (Στον Ερμή) να τα μας!
ΑΡΤΕΜΗ: (Παραπονιάρικα) στα δάση όμως και στα φαράγγια δεν έρχονται τόσοι.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Στο Δία) ίσως, πατέρα, πρέπει να σκεφτείς για μία επαναρύθμιση τού πληθυσμού τής Γης.
ΑΡΗΣ: Ναι, ναι! Έχει τόσος καιρός να γίνει πόλεμος.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Εγώ λέω να τους αφήσετε να γίνουν ακόμα πιο πολλοί. Μετά γίνεται καλύτερο μακελειό.
ΑΘΗΝΑ: (Στον Άρη) ποιος τόσος καιρός; Ακόμα δεν σίγησαν τα βούκινα των Περσών και των Ελλήνων!
ΑΡΗΣ: Καλά, εσύ γιατί είσαι αντίθετη; Πολεμική θεά είσαι.
ΑΘΗΝΑ: Όλα στην ώρα τους.
ΔΙΑΣ: (Στο διαβιβαστή) επίστρεψε, παιδί μου στο αρχείο την Κήρα τού πλοίου. Δεν θα τη χρειαστούμε τώρα. Και έλα ξανά.

Ο Διαβιβαστής υποκλίνεται και φεύγει.

ΔΗΜΗΤΡΑ: Πάντως η γη μου μπορεί να τους θρέψει όλους αυτούς και ακόμα τρίδιπλους – όταν δεν είμαι λυπημένη.
ΑΡΗΣ: (Μουρμουρίζει) σωθήκανε!
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Και η φωτιά μου μπορεί πάντα να τους ζεσταίνει.
ΔΙΑΣ: Ας όψεται ο Προμηθέας. Εσύ τι λες, Εστία;
ΕΣΤΙΑ: Δία, εγώ ευφραίνομαι όταν βλέπω γερά και ευτυχισμένα σπίτια και ακούω τον ήχο τής σαΐτας τού αργαλειού – όχι τής σαΐτας τού τόξου – και ακούω τα γέλια των παιδιών…
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Παρασύρεται) … και τα αναστενάγματα των ζευγαριών στη νυφική την κλίνη… (Όλοι στρέφονται προς το μέρος της, εκείνη χαμογελάει αμήχανα.)
ΑΘΗΝΑ: Ίσως πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους για να ελέγχουμε την αύξηση τού πλήθους των ανθρώπων.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Υπάρχουν οι ασθένειες.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Α, όχι, όλα κι όλα!
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Δεν είπα ότι δεν θα θεραπεύεις πια. Αλλά μπορούν να συμβαίνουν μεγάλες επιδημίες που και που…
ΑΘΗΝΑ: Είναι ατιμωτικό αυτό για τους ανθρώπους!
ΑΡΗΣ: Και εκτός από ατιμωτικό είναι και χάλια. Κλαψουρίζουν όλη μέρα και σούρνονται στους δρόμους, αρρωσταίνουν και τα ζωντανά τους και όταν τα θυσιάζουν, αντί για ωραία τσίκνα, μάς έρχεται μπόχα!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Δίκιο έχεις, Άρη. Στην τελευταία πανούκλα σε μια πόλη τής Ιλλυρίας, έκαναν εκατόμβες στο όνομά μου και κόντεψα να πάθω ναυτία από τη μυρωδιά… Ήταν τόσο άσχημα που αναγκάστηκα να σταματήσω την επιδημία για να γλυτώσω.
ΑΡΤΕΜΗ: Μπορούν να γίνουν φυσικές καταστροφές. Όταν γίνονται φυσικές καταστροφές, οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τις πόλεις και έρχονται στους δικούς μου χώρους.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Αλλά αυτό δεν είναι πάντα καλό. Ρημάζουν το δάσος, πετάνε τα σκουπίδια τους όπου βρουν…
ΑΡΤΕΜΗ: Ναι, ναι, αλλά πάντα κάποιοι μού μένουν μετά. Και με θυμούνται περισσότερο. Σκεφτείτε και μένα θεοί! Έλα μπαμπάκα, κάνε ένα μικρό κατακλυσμό.
ΔΙΑΣ: Αυτό αποκλείεται. Έχουμε πει ότι τέτοιες επεμβάσεις δεν κάνουμε πια.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Εγώ έχω προβλέψει ότι σε δυόμισι χιλιάδες χρόνια, οι άνθρωποι θα προκαλούν μόνοι τους τις καταστροφές.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Χα, χα. Πρέπει να μιλήσεις με τον τρίτωνά μου που λέει για την οικολογία…
ΑΡΤΕΜΗ: (Στο Ποσειδώνα) τουλάχιστον ένα σεισμούλη, (στον Ήφαιστο) ή ένα ηφαίστειο;
ΔΙΑΣ: Θα δούμε…
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Όλα αυτά είναι ημίμετρα.
ΕΡΜΗΣ: Νομίζω ότι αυτό που ήθελε να πει η Αθηνά – αυτό που θα χρειαζόταν δηλαδή – είναι μία μέθοδος που θα κρατάει σταθερό τον πληθυσμό των ανθρώπων, χωρίς μία να αυξάνει υπέρμετρα και την άλλη να μειώνεται επικίνδυνα…
ΑΡΗΣ: (Μουρμουρίζει) όσο και να μειωθούν αυτοί… Σαν τα μανιτάρια είναι.
ΔΙΑΣ: Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;
ΕΡΜΗΣ: Να, ας πούμε, αν κάθε οικογένεια προγραμμάτιζε να μην κάνει πάνω από δύο ή τρία παιδιά!
ΗΡΑ: Ερμή, τι λόγια είναι αυτά;!
ΕΣΤΙΑ: Αν είναι δυνατόν!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Και με τι θα ασχολούνται οι γυναίκες στο σπίτι;
ΑΡΗΣ: Και αν δεν γεννιούνται πολλοί άντρες, ποιοι θα πηγαίνουν στον πόλεμο;
ΔΗΜΗΤΡΑ: (Σκεφτική) και αν δεν γεννιούνται πολλές γυναίκες, ποιος θα στέλνει τους άντρες στον πόλεμο;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Ω, βέβαια, για τον πόλεμο χρειάζεσαι πάντα γερή καβάντζα ανθρώπων.
ΔΙΑΣ: Ερμή, αυτό που είπες υποσκάπτει το θεσμό τής οικογένειας. (Η Ήρα κουνάει επιδοκιμαστικά το κεφάλι.)
ΑΘΗΝΑ: (Στον Ερμή σιγά) μάλλον είσαι πολύ μπροστά από την εποχή σου. Εγώ κάπου συμφωνώ με ‘σένα.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Πιάνει την κίνηση τής Αθηνάς και ψιθυρίζει στον Άρη) η συνάδερφός σου συμφωνεί με τον Ερμή επειδή είναι γεροντοκόρη.
ΑΡΗΣ: (Χαζά) ποια συνάδερφός μου;

Ο διαβιβαστής επιστρέφει διακριτικά και στέκεται πίσω από το θρόνο τού Δία.

ΑΡΤΕΜΗ: Αν θέλετε, μπορώ εγώ να προσπαθήσω να σκοτώνω περισσότερες ετοιμόγεννες…
ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΘΕΕΣ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΗΒΗΣ: Όχι!
ΔΙΑΣ: Αμάν, τι κόρη μού έκανε η Λητώ! (Στην Άρτεμη) αναρωτιέμαι πώς τα βγάζει πέρα η Ειλείθυια μαζί σου.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Από όσα ακούω, μάλλον πόλεμος θα χρειαστεί για να ελαττωθούν οι άνθρωποι, εκτός αν φτιάξει ο Ήφαιστος τη ζυγαριά.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Το ίδιο θα ‘λεγε και η Θέμιδα.
ΗΡΑ: Πάντως Δία, αν το αποφασίσεις, μη βάλεις πάλι εμάς τις θεές να φανούμε υπεύθυνες. Μην πεις στην Έριδα να ρίξει μήλο ή τίποτ’ άλλο ανάμεσά μας. Είναι προσβλητικό.
ΕΡΜΗΣ: Έτσι κι αλλιώς όπως πάνε οι Έλληνες, δεν θα χρειαστούν την παρέμβασή μας. Έτοιμοι είναι να αλληλοσφαχτούν.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Ήδη, οι Αθηναίοι πολεμούν τους Σαμίους.
ΗΡΑ: Ανεπίτρεπτο!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Μα τον Γύη, πριν πέντε χρόνια υπέγραψαν οι Αθηναίοι, τριακονταετή ειρήνη.
ΑΡΤΕΜΗ: Ε, και πότε σεβάστηκαν οι βροτοί, τις υπογραφές τους;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Ναι, αλλά στο δικό μας όνομα ορκίζονται.
ΗΡΑ: Σας λέω ότι η Αθήνα φταίει για αυτό τον πόλεμο.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Γιατί Φούλα;
ΑΘΗΝΑ: Πώς η Αθήνα και καλά;
ΕΡΜΗΣ: Η Ήρα έχει δίκιο. Οι Αθηναίοι έχουν ταράξει τους συμμάχους τους να αυξήσουν την εισφορά τους στο κοινό ταμείο και από την άλλη, τούς πιέζουν να μεταφερθεί το κοινό ταμείο από τη Δήλο στην πόλη τους.
ΑΘΗΝΑ: Ε, αφού ο θησαυρός θα είναι πιο ασφαλής στην Αθήνα.
ΗΡΑ: Έλα, Αθηνά. Ούτε εσύ ούτε εμείς είμαστε χαζές.
ΑΘΗΝΑ: Ωραία. Όπως και να ‘ναι, οι Αθηναίοι είναι οι ουσιαστικοί αρχηγοί τής αμφικτιονίας.
ΑΡΤΕΜΗ: Μπα, πότε ορίστηκε αυτό;
ΑΘΗΝΑ: Ο Περικλής κοπίασε για να ομόσουν όλοι σε αυτό τον συνασπισμό.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Υποτίθεται ότι στις συμμαχίες, τα μέλη είναι ισότιμα.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αυτό θα συνέβαινε αν προσέφεραν και ισότιμα τα μέλη. Όμως οι Αθηναίοι τρέχουν και πολεμάνε για τους συμμάχους τους, όταν τους επιτίθενται άλλες πόλεις.
ΗΡΑ: Ποσειδώνα, μού φαίνεσαι πολύ μεροληπτικός υπέρ τής Αθήνας.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Ρητορεύοντας) ξέρεις καλά ότι πάντα τη συμπαθούσα και ήθελα να είμαι κοντά στους ευσεβείς κατοίκους της… (Αλλάζει τόνο) τι θες να πεις;
ΗΡΑ: Εγώ θυμάμαι ότι όταν δεν σε επιλέξανε για θεό προστάτη, πλημμύρισες την Ελευσίνα.
ΔΙΑΣ: Αμάν, βρε Ποσειδώνα, από τότε που άρχισαν να σού χτίζουν το ναό στο Σούνιο, στα όπα –όπα τούς έχεις τους Αθηναίους.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ε, κακό είναι αυτό; Μήπως τώρα η Ήρα δεν διαμαρτύρεται για τους Σαμίους επειδή τη λατρεύουν εκεί και έχει το δικό της ναό;
ΗΡΑ: Ναι, και στην Αργολίδα, τα ίδια έκανες. Όταν ο Φορωνέας επέλεξε εμένα, ξέρανες τις πηγές της…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αυτό τώρα, τι σχέση έχει;
ΗΡΑ: Έχει σχέση!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Στο Δία, εμπιστευτικά) είναι τελείως παράλογη.
ΑΡΗΣ: Είχες Ποσειδώνα στην κατοχή σου το λαμπρότερο νησί, την Ατλαντίδα…
ΔΙΑΣ: (Κτυπάει το χέρι στο τραπέζι) ααπ! Ως εδώ. Αυτό έχουμε πει ότι δεν θα το ξανααναφέρουμε.

Μικρή δυσάρεστη σιωπή.

ΕΡΜΗΣ: Το θέμα παραμένει ότι αν οι Αθηναίοι συνεχίσουν να προκαλούν με την επεκτατική τους τακτική, σε πέντε με δέκα χρόνια θα ξεσπάσει γενικευμένος πόλεμος με τους Λακεδαιμόνιους, πολλές ζωές θα αφανιστούν και το περισσότερο κλέος που ύψωσαν οι πόλεις τής Ελλάδας θα χαθεί.
ΔΙΑΣ: Και ποια νομίζεις ότι θα είναι η επόμενη μεγάλη δύναμη, Ερμή;
ΕΡΜΗΣ: Ίσως η Μακεδονία.

Η Άρτεμη κτυπάει τα χέρια της χαρούμενη.

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Ταυτόχρονα) βάρβαροι!
ΕΡΜΗΣ: (Μουρμουρίζει) όταν σού τ’ ακουμπάνε για το μαντείο, μια χαρά σού φαίνονται.
ΕΣΤΙΑ: Σε λίγα φεγγάρια γίνονται οι 85οι αγώνες στην Ολυμπία. Δεν θα μπορούσες εσύ, Δία, όταν μαζευτεί εκεί ο ανθός των Ελλήνων, να σταλάξεις γνώση στις κάρες τους;
ΔΙΑΣ: Εστία, εγώ πια δεν επεμβαίνω με τέτοιες μεθόδους στ’ ανθρώπινα.
ΗΡΑ: Καλή μου, δεν είναι ο ανθός που αποφασίζει τους πολέμους…
ΑΡΗΣ: Μα γιατί να σταλάξουμε τέτοια πράγματα στις κάρες τους; Πριν, δεν είπαμε ότι πρέπει να μειώσουμε τον πληθυσμό;
ΔΙΑΣ: Όχι, δεν το είπαμε. Αλλά αν οι βροτοί το επιθυμούν, ας το κάνουν. Τώρα εγώ θα ‘θελα να σας ρωτήσω, αν γίνει πόλεμος μεταξύ των Αχαιών, ποιοι από ‘σας θα υποστηρίξουν ποιους. Έτσι για να ξέρω πού πάνε τα πράγματα. Για σηκώστε χέρια, παρακαλώ, όσοι θα στηρίζετε τη συμμαχία των Αθηναίων.

Σηκώνουν τα χέρια τους, η Δήμητρα, ο Ήφαιστος, ο Ποσειδώνας και η Αθηνά.

ΕΣΤΙΑ: (Τους βλέπει, σηκώνει με απελπισία τα χέρια της και βογκά) ωω!

Ταυτόχρονα η Αθηνά τραβοκοπά τον Άρη για να σηκώσει και εκείνος το χέρι του. Ο Άρης αρνείται.

ΔΙΑΣ: (Στην Εστία) α, προς στιγμή νόμιζα ότι και ‘συ υποστηρίζεις τούς Αθηναίους. (Στους άλλους) λοιπόν, Ήφαιστος, Ποσειδώνας και Αθηνά – στην Αθήνα σάς κτίζουν ναούς.

Οι τέσσερεις θεοί κατεβάζουν τα χέρια τους.

ΔΙΑΣ: Εντάξει. Δήμητρα, μπορώ να ρωτήσω εσένα γιατί συστρατεύεσαι;
ΔΗΜΗΤΡΑ: Οι Αθηναίοι στη γιορτή των Παναθηναίων φέρνουν πρώτα στο ναό μου στο Λεωκόριο, το ιερό πέπλο και προσεύχονται. Είναι ευσεβείς, με μνημονεύουν πάντα και μαζί τους έχουνε σύμμαχο τη Σαλαμίνα.
ΔΙΑΣ: Μμμ… Απόλλωνα, μετά το Λεωκόριο και το Πελασγικό τείχος, οι Αθηναίοι περνούν από το δικό σου ναό στην Πνύκα για να προσευχηθούν. Δεν κερδίζουν τη δική σου εύνοια;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Δεν μου αρέσει να με μνημονεύουν περαστικοί οι άνθρωποι, πατέρα. Αν είναι να προσευχηθούν σε μένα, θέλω να είμαι ο κύριός τους σκοπός. Όσο για τη συστράτευσή μου, προτιμώ να μείνω ουδέτερος. Με λατρεύουν στους Δελφούς όλοι οι Έλληνες, στη μεγαλύτερη αμφικτιονία που έχουν θεσπίσει. Εκεί έχω το ναό μου και απολαμβάνω το σέβας όλων των πόλεων.
ΑΘΗΝΑ: Χα! Καλό κόλπο έχεις βρει εσύ με το μαντείο. Όλες οι πόλεις το προστατεύουν και νιώθουν και υποχρεωμένες από πάνω!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Τι;! Αυτό είναι απαράδεκτο! Σου ζητώ να ανακαλέσεις.
ΔΙΑΣ: Αθηνά, τι λόγια είναι αυτά; Μεταξύ μας; Όλοι μας ξέρουμε ότι πρέπει να βρίσκουμε τρόπους για να πλησιάζουμε τους ανθρώπους και να τους… καθοδηγούμε.
ΕΡΜΗΣ: (Ταυτόχρονα μουρμουρίζει) … τα παίρνουμε…
ΑΘΗΝΑ: Έλα, καλέ μπαμπά. Στους Περσικούς πολέμους, οι Δελφοί είχαν μηδήσει.
ΔΙΑΣ: Δε λέω, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Ο Απόλλωνας προσφέρει πολλά στους θνητούς με το αρχαίο μαντείο (τονίζει ανεπαίσθητα) που κληρονόμησε απ’ τη Γαία.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Μισογελώντας) και είμαι σίγουρος ότι ποτέ δεν θα ξεχνάνε στους Δελφούς να μνημονεύουν και τους άλλους θεούς τού Δωδεκαθέου.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Προς στιγμή παγώνει. Ζεματισμένος) αλίμονο θείε μου! Όπως λατρεύουνε και όλους τους θεούς στο μαντείο τής Καλαβρίας.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Γυρίζει το κεφάλι από την αντίθετη μεριά τού Απόλλωνα. Μουρμουρίζει) τσόγλανε!
ΔΙΑΣ: Έλα Αθηνά, ζήτα συγνώμη από τον αδερφό σου.
ΑΘΗΝΑ: (Μουτρωμένη) συγνώμη.

Ο Απόλλωνας γνέφει ότι το επεισόδιο έληξε.

ΔΙΑΣ: (Στον Απόλλωνα) και εσύ γυιε μου, δεν χρειάζεται να απαντάς κάθε φορά στους μεγαλυτέρους σου… (Προς όλους) ας σηκώσουν τώρα τα χέρια, όσοι θα ταχθούν με τους Λακεδαιμόνιους.

Σηκώνουν τα χέρια, η Ήρα και ο Άρης. Η Αθηνά κοιτάει τον Άρη αγανακτισμένη.

ΕΣΤΙΑ: (Σηκώνει τα χέρια με απελπισία) ωω!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Ψιθυριστά, θυμωμένος στην Άρτεμη) τον άκουσες τον θείο; Έτσι μου ‘ρχεται καμία μέρα, να ρίξω χάμω στην αυλή τη δάδα, να γκρεμίσω το κατάλυμά μου, να ξεράνω τη δάφνη τής μάντισσας και την πηγή που μιλάει, να σβήσω το λαλόνερο και να το κλείσω το ρημάδι το μαντείο!
ΑΡΤΕΜΗ: Ω, Απόλλωνα, αυτό θα ‘ταν τρομερό! Μην τους ακούς.

Οι Ήρα και ο Άρης κατεβάζουν τα χέρια τους.

ΕΡΜΗΣ: (Σιγά στην Αθηνά) μας δουλεύει ο Απόλλωνας.
ΑΘΗΝΑ: Εσύ πάλι γιατί δεν υποστηρίζεις τους Αθηναίους; Έχουν κάνει τόσα για το εμπόριο.
ΕΡΜΗΣ: Για την ώρα, ναι. Όπως πάνε όμως, θα το κάνουν μονοπώλιο.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Στην Άρτεμη) μη δουν εμάς τους νέους να προκόβουμε…
ΔΙΑΣ: (Στην Ήρα) εσύ έχεις θυμώσει για τους Σάμιους…
ΗΡΑ: Και βέβαια! Αλλά μη με μετράς σίγουρη, πριν λογαριάσω τα συμφέροντά μου και για το Άργος.
ΔΙΑΣ: Α, είσαι σε δίλημμα. (Στην Άρτεμη) κόρη μου, εσύ δεν σήκωσες το χέρι σου. Μη μου πεις ότι θα παραμείνεις ουδέτερη;!
ΑΡΤΕΜΗ: Αν είναι δυνατόν να μην συμμετέχω εγώ σε πόλεμο! Αλλά από τη μία είμαι προστάτιδα τής Σπάρτης και τής Αρκαδίας, από τη άλλη με τιμούν όσο πουθενά αλλού στη Έφεσο…
ΗΡΑ: Ε, γιατί δεν πείθεις τους Εφέσιους να συστρατευτούν με τους Λακεδαιμόνιους;
ΑΘΗΝΑ: Διαμαρτύρομαι!
ΑΡΤΕΜΗ: (Στην Ήρα) όχι, όχι, το συμφέρον τους είναι με τους Αθηναίους. Τους έχουν βοηθήσει πολύ.
ΑΡΗΣ: Ναι μωρέ! Αλλά εκεί που βρίσκονται δεν πρόκειται να λάβουν μέρος, έτσι κι αλλιώς στον πόλεμο…
ΔΙΑΣ: Αν γίνει πόλεμος!… Εγώ πάντως, όταν σας βλέπω έτσι ορεξάτους, συνάδερφοι, ανησυχώ. Αν γίνει πόλεμος, θα επεκταθεί σε όλο τον ελληνισμό…
ΕΣΤΙΑ: Ωω!
ΑΡΤΕΜΗ: Τέλος πάντων, θα δω τι θα κάνω. Και θα σε ενημερώνω, μπαμπά.
ΔΙΑΣ: Να λοιπόν κι άλλο δίλημμα. Και δεν θα είναι το τελευταίο… Άρη, γυιε μου, εσύ ξέρεις γιατί συστρατεύεσαι με τους Λακεδαίμονες;
ΑΡΗΣ: Εεε, … από παράδοση. Αλλά θέλω πρώτα να δω με ποιους θα πάνε οι Θηβαίοι…
ΕΡΜΗΣ: Οι Θηβαίοι αλλάζουν κυβερνήτες κάθε εξάμηνο…
ΗΡΑ: (Στον Άρη) καλά, εσύ θα περιμένεις με ποιους θέλουν να συμμαχήσουν οι Θηβαίοι; Γιατί δεν τους λες εσύ, με ποιους να συμμαχήσουν;!
ΑΡΗΣ: Χμμμ.
ΕΡΜΗΣ: (Μουρμουρίζει) να γιατί αλλάζουν κυβερνήτες κάθε εξάμηνο οι Θηβαίοι…
ΗΡΑ: Ερμή, το άκουσα αυτό!
ΑΘΗΝΑ: (Στον Άρη) καλά, τότε γιατί τόσες μέρες παρακολουθείς τα γυμνάσια τής συμμαχίας των Αθηναίων;
ΑΡΗΣ: Έτσι μωρέ… Για αλλαγή.
ΔΙΑΣ: Να πω εδώ, ότι η τωρινή σας δήλωση δεν είναι δεσμευτική για το μέλλον. Μπορείτε να αλλάξετε στρατόπεδο όποτε θέλετε… Αλλά ενημερώνετέ με πού βρίσκεστε… Με ρωτάει και ο Πλούτωνας καμιά φορά…
ΗΡΑ: Εγώ θέλω να προσθέσω ότι αρωγοί των Λακεδαιμόνων, σπεύδουν ακόμα ο Ήλιος και ο Διόνυσος.
ΑΡΗΣ: Α, ναι! Το φιλαράκι ο Διόνυσος.
ΔΙΑΣ: Μάλιστα! Η Κόρινθος και η υπόλοιπη Θήβα. Αν η Θήβα συμμαχήσει με τους Λακεδαίμονες…
ΗΡΑ: Γνωρίζουν το συμφέρον τους. (Η Αθηνά θυμώνει.) Μήπως όμως Δία, έπρεπε να προσμετρήσεις και τον εαυτό σου υπέρ τής Αθήνας;

Στο αναμεταξύ, ο διαβιβαστής βγάζει από μία θήκη στη μέση του κάτι που μοιάζει με μεγάλο ασύρματο. Ακούει για λίγο από αυτόν, τον ξαναβάζει στη θήκη και φεύγει διακριτικά.

ΔΙΑΣ: Όχι, δα! Εγώ είμαι πατέρας όλων των θεών και των ανθρώπων. Είμαι πάνω από έριδες και δεν παίρνω το μέρος κανενός στις μάχες.
ΗΡΑ: Επειδή ξέρω ότι αγαπάς πολύ τους Αθηναίους…
ΔΙΑΣ: Τους συμπαθώ γιατί έχουν αρετές, γιατί με λατρεύουν ως Ξένιο Δία, όπως τους έχω διδάξει… Όμως το χρυσελεφάντινο άγαλμά μου βρίσκεται στην Ολυμπία, τόπο σεβαστό για όλη την Ελλάδα και τον κόσμο.
ΗΡΑ: Μπορείς να υποσχεθείς ότι δεν θα αναμιχθείς;
ΔΙΑΣ: Όλο τα ίδια… Δεν χρειάζεται να υποσχεθώ. Έτσι είναι! Μόνο με ατομικές περιπτώσεις ασχολούμαι. (Μικρή παύση.) Για να δω, ποιοι άλλοι θέλουν να παραμείνουν ουδέτεροι.

Σηκώνουν τα χέρια, ο Απόλλωνας, η Αφροδίτη, ο Ερμής και η Εστία. Ο Δίας κοιτάζει αριστερά –δεξιά.

ΔΙΑΣ: Αφροδίτη;

Οι θεοί κατεβάζουν τα χέρια.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Α, εμένα το καινούργιο μου ρητό είναι: κάν’τε έρωτα, όχι πόλεμο!
ΑΡΗΣ: (Την αγκαλιάζει και τη φιλάει) αγάπη μου, ο καλύτερος έρωτας γίνεται μετά από μία καλή μάχη.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Ανταποκρίνεται, παίζει με τη μύτη του) ε, ίσως λίγο βοηθήσω τους Λακεδαιμόνιους αν τύχει.
ΔΙΑΣ: Ερμή;
ΕΡΜΗΣ: Εγώ πατέρα μου, αν το επιτρέπει η σοφία σου, θα δουλέψω για να μη γίνει αυτός ο πόλεμος.
ΔΙΑΣ: Α, και βέβαια.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Σκεφτικά) μπορεί τελικά να μείνω και εγώ ουδέτερος. Να δω τι θα κάνουν οι Λήμνιοι… (Η Αθηνά κατσουφιάζει.)
ΗΡΑ: (Κουνάει το κεφάλι, μουρμουρίζει) γυιους καμάρια έκανα εγώ…
ΕΡΜΗΣ: (Σιγά στην Αθηνά) Φυλλορροούν οι υποστηρικτές τής Αθήνας καθώς βλέπεις.
ΑΡΗΣ: Δία πατέρα, αν το επιτρέπει η σοφία σου, μήπως θα μπορούσα να ταχθώ και με τα δύο στρατόπεδα;
ΗΡΑ: Άρη, τι είναι αυτά που λες;
ΑΡΗΣ: Είναι τζούφιοι οι άνθρωποι και αν δεν τους σπρώχνεις κι απ’ τις δύο μεριές δεν πολεμάνε καλά.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Παίζει με τα μαλλιά του και διαμαρτύρεται) Αρούλη μου…
ΔΙΑΣ: Λοιπόν, το λέω για όλους και ιδιαίτερα για 'σένα, Άρη! Δεν επεμβαίνουμε πια στα φανερά όπως παλαιότερα. Τέρμα τα πυροτεχνήματα, οι απόκοσμες κραυγές και οι ζωντανές εμφανίσεις!
ΑΘΗΝΑ: Μπορούμε να παίρνουμε τις μορφές θνητών…
ΔΙΑΣ: Ναι, αυτό επιτρέπεται. Αλλά μην το παρακάνετε.
ΗΡΑ: Μόνο αν είναι γνωστό ότι ο θνητός βρίσκεται σε εκείνη την περιοχή.
ΔΙΑΣ: Και να συνεννοείστε πρώτα, για να μην τον βλέπουνε δύο και τρεις φορές ταυτόχρονα.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Όσο πάει, ο πόλεμος γίνεται και πιο περίπλοκος.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Να αρχίσουμε να βάζουμε στοιχήματα;… Για την έκβαση τού πολέμου εννοώ.
ΑΡΤΕΜΗ: Νωρίς δεν είναι ακόμα;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Οι Αθηναίοι έχουν ποντάρει όλα τα λεφτά τους στη θάλασσα.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Έχουν φτιάξει φοβερό στόλο.
ΗΡΑ: Όμως αυτή τη φορά, οι μάχες δεν θα γίνουν στη θάλασσα.
ΑΡΗΣ: Στην ξηρά, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους είναι πολύ καλύτεροι…


Σκηνή 3η: Ο Ποσειδώνας

[ ... συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση.]



Μπαίνει ένας υπηρέτης από την κεντρική είσοδο. Υποκλίνεται.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Ω, θεοί, έφτασε ο μεγάλος Ποσειδώνας.
ΔΙΑΣ: Α, ωραία!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Πάνω στην ώρα.

Η Ήβη σηκώνεται από το κάθισμά της. Μπαίνει ο Ποσειδώνας κρατώντας ένα ψαροντούφεκο. Το δίνει στον Υπηρέτη και εκείνος το βάζει στην κρεμάστρα. Μετά ο Υπηρέτης υποκλίνεται και φεύγει.

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Χαίρεστε σε όλους!
ΔΙΑΣ: Α, να ‘σαι και ‘συ!
ΌΛΟΙ: (Χαιρετάνε) καλώς τον Ποσειδώνα. / Χαίρε Ποσειδώνα / …
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ, ΑΡΤΕΜΗ: Χαίρε θείε!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (σκύβει και φυλάει την Ήρα προστατευτικά) Χαίρε Φούλα!
ΗΡΑ: (Νιώθει όμορφα) έλα, που ήσουν;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Στο Δία) πώς είσαι αδέρφι;
ΔΙΑΣ: Άντε, κόπιασε. (Μετακινεί την καρέκλα τού Ποσειδώνα.) Είπαμε να σε περιμένουμε για το γλυκό αλλά παραάργησες.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Χαιρετάει με το κεφάλι ιδιαίτερα θερμά τη Δήμητρα. Κάθεται.) Α! Τραβήξαν σε μάκρος, τα μερεμέτια. Μαστοράντζες τώρα, ξέρετε. (Κτυπάει τα χέρια προς την κουζίνα με αέρα αφεντικού. Η Ήβη πλησιάζει με τον αμφορέα και περιμένει.)
ΗΡΑ: Έχεις φάει Ποσειδώνα μου;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Γελώντας) μου αφήσατε τίποτα; Έφαγα ένα σάντουιτς με μαρούλι, τυρί και αμβροσία στο δρόμο μα με χάλασε. Ένα καλό γλυκό τώρα θα το εκτιμούσα…
ΑΡΗΣ: (Μπουκωμένος) σε καλή ώρα ήρθες, θείε.
ΗΡΑ: Τι κάνει η Αμφιτρίτη;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Σας χαιρετάει και σας στέλνει την αγάπη της.
ΔΙΑΣ: Και εμείς το ίδιο.
ΗΡΑ: Καιρό έχω να τη δω. Πες της ότι θα περάσω ένα πρωινό για επίσκεψη.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Θα χαρεί να σε δει. Έλα αύριο!
ΔΙΑΣ: Γιατί δεν αφήνεις τον Ήφαιστο να σου στείλει τους δικούς του τεχνίτες;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: ;…
ΔΙΑΣ: Για τα υδραυλικά λέω.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ω, τώρα, δεν θέλω να το φορτώνω το παιδί.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Εγώ αυτό που δεν καταλαβαίνω, είναι πώς αφού ζείτε μέσα στη θάλασσα, σας λείπει το νερό;

Στο αναμεταξύ έχει έρθει υπηρέτης με λεκάνη, στάμνα και πετσέτα και ο Ποσειδώνας πλένει τα χέρια του.

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Μα δεν μας λείπει το νερό. Ίσα –ίσα, διαρροή είχαμε και έκανε υγρασία στα δωμάτια των κοριτσιών τής Αμφιτρίτης.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Το θέμα όταν ζεις στη θάλασσα, είναι να μπορείς να φτιάχνεις καλό γλυκό νερό.

Ο υπηρέτης φεύγει.

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Δεν έχουμε πρόβλημα σ’ αυτό. (Γυρίζει το ποτήρι του και η Ήβη τον σερβίρει νέκταρ. Ο Ποσειδώνας την γλυκοκοιτάζει και θα συνεχίσει σε όλη την παράσταση να την κοιτάζει έτσι.) Τη γλύκα του να ‘χεις ανεψούλα μου! (Προς όλους) στις χαρές μας!
ΟΛΟΙ: (Κάνουν προπόσεις και πίνουν) στις χαρές σου Ποσειδώνα! / Στις χαρές μας! / Στο μεγαλείο μας!
ΕΡΜΗΣ: Ο Ωκεανός λένε ότι έχει το πιο χωνευτικό νερό.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ε, είναι ο πατέρας όλων των ποταμών και των πηγών.
ΑΘΗΝΑ: Όποιος έχει τα γένια…
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Αν τραβήξετε καινούργιες σωληνώσεις, πείτε στον εργοδηγό να περάσει από αλλού τη γραμμή για το αλμυρό και από αλλού τη γραμμή για το γλυκό νερό.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ω, καλά! Δεν θα λέμε τώρα για τα υδραυλικά. Πείτε μου εσείς νέα σας.
ΗΡΑ: Τα ίδια.
ΔΙΑΣ: Ησυχία… (Τού περνάει μια πιατέλα φρούτα.)
ΔΗΜΗΤΡΑ: (Στον Ήφαιστο) γιατί αυτό;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Όταν δύο διαφορετικά είδη νερών κυλάνε παράλληλα, τα πνεύματά τους τσακώνονται. Οι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουν αυτό και έτσι θα σπάνε οι σωληνώσεις τους εις τους αιώνες των αιώνων.
ΑΡΗΣ: Προχωράνε οι ασκήσεις των συμμαχικών πόλεων των Αθηνών.
ΑΘΗΝΑ: Αύριο αρχίζουν οι ασκήσεις τού ναυτικού. Δεν έρχεσαι και εσύ να τις παρακολουθήσεις, θείε;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Γελάει) νέα δικά σας ζήτησα, όχι των ανθρώπων. Τέλος πάντων, πώς τα πάνε αυτοί εκεί κάτω;
ΑΡΗΣ: Μια χαρά. Είναι στην καλύτερή τους φόρμα.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Πού γίνονται οι ναυμαχίες;
ΑΘΗΝΑ: Τα συνηθισμένα. Πρώτα από το Μαραθώνα ως τη Σαλαμίνα και μετά γύρω από το νησί.
ΑΡΗΣ: Μεθαύριο, θα πλεύσουν μέχρι την Αίγινα. Θα δοθούν βραβεία στους κωπηλάτες τής πιο γρήγορης τριήρης.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Έχουν κάνει θαύματα οι Αθηναίοι στην ναυτιλία. Δεν ξέρω όμως αν θα βρω χρόνο να έρθω.
ΕΡΜΗΣ: (Σιγά στην Αθηνά) ε, βέβαια. ‘Οταν ξεκουνιέται, το μόνο που τον ενδιαφέρει, είναι να πηγαίνει στο Σούνιο, να ελέγχει μην τού βάλουνε καμία στραβή πέτρα στο ναό του.
ΑΡΤΕΜΗ: (Στον Απόλλωνα σιγά) καλά δεν ξέρει ο θείος, τι γυμνάσια θα κάνουν οι βρoτοί στη θάλασσα;
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Αχ, βρε Αρούλη μου, πάρε με και μένα μαζί σου.
ΑΡΗΣ: Μα βέβαια, γλυκιά μου, να ‘ρθεις. Αλλά θα είσαι φρόνιμη, ε;

Η Αθηνά μορφάζει.

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Ρίχνει μια ματιά στην Ήβη.) Συνάντησα τον Ηρακλή καθώς ερχόμουν.
ΔΙΑΣ: Πράγματι. Γύρισε από τη δύση που τον είχα στείλει.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Τόσο καιρό ήθελα να σε ρωτήσω και σήμερα που τον είδα το θυμήθηκα. Τι έκανε αυτός στα στενά τής θάλασσας;
ΔΙΑΣ: Τον έστειλα εγώ, να υψώσει μερικές Στήλες.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ναι, ρητορικά ρώτησα. Το ξέρω ότι ύψωσε Στήλες. Δέκα ή δώδεκα παρακαλώ, τον αριθμό. Περνούσε ένας τρίτωνάς μου όταν εκείνος τελείωνε και τον ρώτησε «τι έκανες εδώ, Ηρακλή;», «το αφεντικό με έστειλε να φυτέψω μερικές κολόνες», απάντησε εκείνος. «Και γιατί, παρακαλώ;», ρώτησε ο τρίτωνας και εκείνος δεν απαντούσε και σήκωνε τους ώμους. Και μετά έκανε να φύγει, χωρίς να μαζέψει το εργοτάξιο – ξέρετε, υλικά παντού και μηχανήματα – και ο τρίτωνάς μου τού φώναξε «ε, τι θα γίνει με όλη αυτή την ανακατωσούρα, έτσι θα την αφήσεις;» και ‘κείνος απάντησε: «μπα, δεν βαριέσαι, έτσι όπως πάνε εκείνοι απάνω, σε λίγο θα με στείλουν να φτιάξω κι άλλες. Τι να κάνω διπλό κόπο…». (Ο Δίας και η Ήρα δαγκώνονται, οι άλλοι θεοί ξεροβήχουν.) Μπορείτε να μού εξηγήσετε σε τι χρησιμεύουν;
ΗΡΑ: Σε ενοχλούν, Ποσειδώνα μου;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Να σού πω, εγώ δεν τις είδα, αλλά σίγουρα αταίριαχτες τις φαντάζομαι εκεί στην τωρινή άκρη τού κόσμου. Να δούμε όμως, τι θα πουν ο Πόντος, ο Ωκεανός και ο Νηρέας.
ΔΙΑΣ: Ο Ωκεανός δεν έχει δουλειά για εκείνο το σημείο. Είναι επάνω στα σύνορα τής Μεσογείου με την ανοιχτή θάλασσα.
ΕΡΜΗΣ: (Μέσα από τα δόντια του) … και αυτόν τον καιρό θέλει να τα ‘χει καλά με εμάς, γιατί έχει τραβήγματα με τους Υπερβόρειους.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Να σού πω: τα σύνορα ενδιαφέρουν και τους δύο. Μπορεί π.χ., να διαμαρτυρηθεί για την αισθητική υποβάθμιση τού τοπίου.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Α, θείε, αν είναι να μιλήσουμε για αισθητική και αρμονία θέλω να έχω και εγώ το λόγο.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Μα εσύ ανήκεις στους Ολύμπιους.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Δήθεν θιγμένος) αμφισβητείτε την αμεροληψία μου;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Υπάρχει θέμα δεοντολογίας σε αυτή την περίπτωση.
ΗΡΑ: Ακούστε, θα πάω αύριο κιόλας, να δω τι έκανε ο Ηρακλής και αν είναι ωραίες οι Στήλες ή όχι.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Ενώ κοιτιέται σε ένα καθρεφτάκι) και αν δεν είναι, μπορούμε να τις βάψουμε με λίγο ροζάκι, να δείξουν.
ΗΡΑ: ‘Ελα, Αφροδίτη.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Μια που πας, πέρνα και από το παλάτι μας.
ΗΡΑ: Ναι, αυτό σκεφτόμουν. Αν δεν χρονοτριβήσω… Πες όμως στην Αμφιτρίτη να μην κάνει ετοιμασίες, θα στεναχωρηθώ.
ΔΙΑΣ: (Στον Ποσειδώνα) ο Πόντος και ο Νηρέας τι είπανε;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Δεν ξέρω. Ο Πόντος πια είναι τόσο ξεκούτης, που ούτε θα άκουσε ότι κάτι έγινε. Το θέμα είναι το εξής: ένας τρίτωνάς μου που μελέτησε την περίπτωση…
ΕΣΤΙΑ: Ο ίδιος τρίτωνας με πριν;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Όχι, άλλος… Λοιπόν, μελέτησε την περίπτωση και είπε ότι με όλα αυτά τα εμπόδια στα στενά, το νερό θα ανταλλάσσεται πολύ αργά μεταξύ τής Μεσογείου και τής ανοικτής θάλασσας. Και αν στο μέλλον, οι κολόνες γκρεμιστούν, ο βυθός θα ανυψωθεί πολύ από τα συντρίμμια και το νερό θα φρακάρει ακόμα περισσότερο.
ΟΛΟΙ: ;…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ε, λοιπόν ισχυρίζεται ότι σε πολλά χρόνια «αυτό θα οδηγήσει σε οικολογική καταστροφή».
ΔΙΑΣ: Σε τι;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Οικολογική! Εντάξει, μη ρωτάτε, ούτε εγώ ξέρω τι σημαίνει – από το μυαλό του, τό ‘βγαλε. Πάντως εννοεί ότι τα ψάρια θα αποκλειστούν από τη μία μεριά ή την άλλη και ότι αν οι άνθρωποι συνεχίσουν να αυξάνονται και να λερώνουν τα νερά, όλη η Μεσόγειος θα γίνει βρόμικος βούρκος.
ΑΡΤΕΜΗ: Γιατί;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Γιατί δεν θα μπαίνει καινούργιο νερό από την ανοικτή θάλασσα.
ΔΙΑΣ: Παρατραβηγμένα δεν ακούγονται όλα αυτά;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Άκου Δία, εμένα ξέρεις που είναι το παλάτι μου και οι Στήλες δεν με ενοχλούνε. Αν βέβαια γίνει κάτι από αυτά που είπε ο τρίτωνας, τότε αλλάζει το πράμα. Όπως και να ‘ναι όμως, κάποτε τα δυτικά στενά ήταν ολόκληρο πέρασμα, μετά έγινε πορθμός και τώρα ίσα που χωράνε δύο τριήρεις. Αν οι γέροντες διαμαρτυρηθούνε – προβλέπω ότι θα το κάνουνε – εγώ δεν μπορώ να πάω εναντίον τους.
ΔΙΑΣ: Θα είσαι λοιπόν, εναντίον μου;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Εγώ δεν θέλω κανέναν να είναι εναντίον κανενός. Αλλά εσύ πήγες και έκτισες αυθαίρετα μέσα στη θάλασσα.
ΗΡΑ: Τι έκτισε;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αυθαίρετα!
ΔΙΑΣ: Εγώ κολόνες έκτισα. Δεν ξέρω τι είναι η αυθαίρετα.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Α, όχι, δεν καταλάβατε. Είναι καινούργια λέξη που χρησιμοποιούν οι εργολάβοι: σημαίνει «χωρίς άδεια, μόνο με τη δική σου γνώμη».
ΔIΑΣ: Δηλαδή, πρέπει να παίρνω άδεια τώρα, για να κυβερνώ;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Όχι, βέβαια! Αλλά ο χώρος που έκτισες ανήκει στη δικαιοδοσία άλλων θεών.
ΔΙΑΣ: Τα στενά είναι παράκτιες περιοχές όπου εκτείνεται η άμεση δικαιοδοσία μου.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Α, μη με τρελαίνεις! Μαζί μου το έχω το συμβόλαιο. (Ψάχνεται, βγάζει έναν πάπυρο και τον ξετυλίγει.)
ΔΙΑΣ: (Ειρωνικά) αμάν, βρε Ποσειδώνα! Μετά λες εμένα γαντζωμένο απ’ τα προνόμιά μου. (Δείχνει τον πάπυρο) μαζί του κοιμάσαι;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Όχι. Έτυχε να έχω ένα αντίγραφο, γιατί το απόγευμα έχω συνάντηση με έναν ρήτορα, να μελετήσουμε κάποια συμβόλαια… Θέλω να αγοράσω μερικές παραλίες στη Σικελία.
ΗΡΑ: Να τις κάνεις τι, τις παραλίες;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Κοιτάει γύρω του λίγο ανήσυχα, μετά χαμογελάει αυτάρεσκα) έχω και εγώ τις πληροφορίες μου για το τι θα έχει ζήτηση στο μέλλον απ’ τους βρoτούς.
ΔΙΑΣ: Ζήτηση στο μέλλον απ’ τους βρoτούς;
ΔΗΜΗΤΡΑ: Γιατί σε ενδιαφέρει να έχεις τίτλους στη γη των ανθρώπων;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Αυθόρμητα) θέλω να είμαι σίγουρος ότι στο μέλλον θα αναγνωριστεί η υψηλή κυριαρχία μου. (Κοκκινίζει.)

Όλοι κρυφογελάνε.

ΑΡΗΣ: (Πονηρά στην Αφροδίτη) χμμμ… σαν να το βλέπω: «Ακτή Ποσειδώνος»!
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Στη Δήμητρα) πάει, τα έχασε τελείως ο Ποσειδώνας. (Τη βλέπει λυπημένη) ω, με συγχωρείς, δεν ήθελα να σε λυπήσω.
ΕΣΤΙΑ: (Στον Ερμή) πω, πω. Το ‘χει πάρει πολύ βαριά που δεν κέρδισε ούτε μία από τις μεγάλες πόλεις στις μοιρασιές σας.
ΕΡΜΗΣ: (Μετράει με τα δάκτυλα) Κόρινθος, Αίγινα, Τροιζήνα, Δελφοί, Νάξος, Άργος, Αθήνα και αρκετές ακόμα.
ΑΘΗΝΑ: (Σιγά στην Εστία και στον Ερμή) ούτε η Τροία που τής έφτιαξε τα τείχη, δεν τού έμεινε πιστή.
ΕΣΤΙΑ: Η Ατλαντίδα καταποντίστηκε…
ΕΡΜΗΣ: Μόνο κάτι δευτεροκλασάτες έχει.
ΕΣΤΙΑ: Και ‘σεις, ας τού αφήνατε καμία…
ΕΡΜΗΣ: Τον λατρεύουν σαν δεύτερο ή τρίτο θεό σε πολλές πόλεις.
ΑΘΗΝΑ: Αν σκεφτείς, ότι οι περισσότεροι είναι θαλασσινοί λαοί…
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Όμως Ποσειδώνα, στη Σικελία που ανέφερες, μόνο ψαροχώρια κτίζονται.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Για την ώρα. (Παύση.) Εσύ, τι προβλέπεις, Απόλλωνα;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Δύσκολα να πω, θείε μου. Έχει ο καιρός γυρίσματα. Για τέτοιου είδους προβλέψεις, μάλλον ο Ερμής είναι πιο ειδικός.

Στρέφονται όλοι στον Ερμή.

ΕΡΜΗΣ: Υπάρχει η θεωρία, ότι όσο πιο ισχυρά γίνονται τα κράτη, τόσο θα περισσεύουν οι πλούσιοι, οι οποίοι θα έχουν δούλους και μηχανές και οι ίδιοι δεν θα χρειάζονται να εργάζονται. Έτσι θα φεύγουν – λέει – από τις πόλεις για να ζουν στην ύπαιθρο.
ΑΡΗΣ: Τι ανοησίες είναι αυτές; Γιατί να αφήσουν την πόλη για να πάνε στην ύπαιθρο;
ΑΡΤΕΜΗ: (Στον Άρη) και γιατί όχι στην ύπαιθρο;
ΕΡΜΗΣ: (Στον Άρη) για ξεκούραση.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Ταχτοποιεί στον καθρέφτη τα μαλλιά της) μα πιο πολύ κουράζεσαι στην ύπαιθρο.
ΗΡΑ: Όχι όταν έχεις αρκετούς δούλους, χρυσό μου.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Μα άμα έχεις αρκετούς δούλους, ούτε στην πόλη κουράζεσαι…
ΑΡΗΣ: Και τέλος πάντων γιατί να πάνε ειδικά στις παραλίες;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Για να κολυμπήσουν.
ΟΛΟΙ: ;!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Μη με κοιτάτε έτσι! Κάποια μέρα οι άνθρωποι θα πηγαίνουν στη θάλασσα και για διασκέδαση.
ΗΡΑ: (Γελάει καλόκαρδα) έλα, βρε Ποσειδώνα. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα…
ΔΙΑΣ: Θα σου φάνε οι αεριτζήδες τα λεφτά.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Τέλος πάντων, θα το δούμε αυτό. (Δείχνει τον πάπυρο) από αλλού ξεκινήσαμε.
ΔΙΑΣ: Δεν χρειάζεται να μού το δείχνεις. Ξέρω καλά τι λέει.
ΗΡΑ: Όλοι το ξέρουμε. Λέει ότι ο Δίας είναι ο γενικός άρχοντας όλου τού κόσμου.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ναι, ως προς την υψηλή κυριαρχία. Αλλά την τοπική διαχείριση και διακυβέρνηση, την ασκεί ο κάθε θεός χωριστά. Ο αδερφός μου βασιλεύει στον ουρανό και στην ξηρά.
ΔΙΑΣ: Και εξυπακούεται ότι αν συντρέχει λόγος, μπορώ να επεμβαίνω άμεσα στις περιοχές λίγο πιο πέρα από την ακτογραμμή.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Μα τι λες τώρα, Δία; Το αντίθετο ακριβώς έχουμε θεσπίσει. Ένα στάδιο και ένα πλέθρο αιγιαλού υπάγεται στην επικράτεια των θαλάσσιων θεών.
ΔΙΑΣ: Και δεν είστε ευγνώμονες για αυτή την παραχώρηση που έκανα, όταν χωρίζαμε τις περιοχές μας;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Δηλαδή, πού ήθελε η αφεντιά σου, να κτίζουν οι άνθρωποι τούς ναούς τους για τούς θαλασσινούς θεούς και να προσεύχονται; Επάνω στα κύματα;
ΕΡΜΗΣ: (Ξεφυσάει, μουρμουρίζει) η ίδια ιστορία.
ΑΘΗΝΑ: Δε λέει που έχει ξεπατώσει τις περισσότερες ακτές με την τρίαινά του.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Ενώ τυλίγει τον πάπυρο και τον ξαναβάζει στην τσέπη του) … ειρήσθω εν παρόδω, το όριο αυτό πρέπει να το επαναδιαπραγματευτούμε.
ΔΙΑΣ: Τι να επαναδιαπραγματευτούμε;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ένα στάδιο και ένα πλέθρο είναι πολύ μικρός χώρος για θρησκευτικές δραστηριότητες.
ΔΙΑΣ: Α, όχι! Αυτό το ακούω αιώνες, τώρα. Μια χαρά χώρος είναι. Τα στάδια των ανθρώπων μαζί με τον περίβολο, τόσο ή μικρότερα είναι. Και κανείς ποτέ δεν ζήτησε να φτιάξει ναό μεγαλύτερο από ένα στάδιο.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Δεν έχεις δίκιο. Οι συνήθειες των ανθρώπων αλλάζουν και οι ανάγκες τους μεγαλώνουν.
ΔΙΑΣ: Και εσείς τι θα προσφέρετε αν γίνει διαπραγμάτευση;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Χμμμ. Ένα μέρος από τον υποβρύχιο πλούτο… Δώρα.
ΕΡΜΗΣ: (Σιγά) εννοεί όστρακα και κοράλλια.
ΕΣΤΙΑ: Μα, αυτούς τους αιώνες δεν έχουμε θαλασσινό διάκοσμο στα παλάτια μας.
ΔΗΜΗΤΡΑ: Αν δεχόσουν να προκαλείς λιγότερα ναυάγια… (Ο Ερμής κουνάει επιδοκιμαστικά το κεφάλι.)
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αδερφή μου!; Πας να μού πάρεις την μπουκιά απ’ το στόμα. Τα ναυάγια είναι από τους λίγους τρόπους να φτάνουν αγαθά τής στεριάς στον πάτο των θαλασσών.
ΔΙΑΣ: Ε, Ποσειδώνα, αυτό θα πει διαπραγμάτευση. Να υποχωρούν και οι δύο.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Χμμμ. Μπορούμε να κάνουμε μία επιτροπή εμπειρογνωμόνων και από τα δύο μέρη, που θα συναντιούνται στην αρχή κάθε Σελήνης και να τα συζητάμε.
ΗΡΑ: Είδατε που άμα υπάρχει καλή θέληση, δεν χρειάζονται οι έριδες; (Χαμογελώντας τριγύρω) μια οικογένεια είμαστε.
ΔΙΑΣ: Για στάσου Ήρα. Εμένα δεν μού άρεσε αυτό. Αν είναι να γίνουν διαβουλεύσεις, θέλω να πάει το θέμα σε επίσημη διαιτησία.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Για ένα διμερές θέμα χρειαζόμαστε διαιτησία;
ΔΙΑΣ: Ναι, βέβαια. Άλλωστε δεν είναι διμερές. Όλοι οι θεοί εμπλέκονται και θέλω διαφάνεια.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Και ποιους προτείνεις για διαιτητές, παρακαλώ;
ΔΙΑΣ: Χμμμ… Τον Βριάρεω ας πούμε…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Χα! Ας γελάσω. Για να γίνει σαν την άλλη φορά; Ο Βριάρεος είναι φίλος σου.
ΔΙΑΣ: Οι εκατόγχειρες δεν έχουν φίλους.
ΗΡΑ: Έλα, Δία, τότε με εκείνη την ιστορία, τα έκανε έτσι που μας βγήκε το όνομα ότι συνωμοτούσαμε εναντίον σου. Και ο Ποσειδώνας και η Αθηνά…
ΔΙΑΣ: Γιατί, δεν συνωμοτούσατε;
ΑΘΗΝΑ: Όχι!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Εμένα με προσβάλλει που τον παρουσιάζεις σαν αμερόληπτο διαιτητή.
ΔΙΑΣ: Και ποιον προτείνεις τού λόγου σου;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Τώρα με βρίσκεις απροετοίμαστο. Προτείνω να συγκαλέσουμε μία διμερή επιτροπή από μεσαίες θεότητες για να διερευνήσουν τις περιπτώσεις ατόμων κοινής αποδοχής…
ΔΙΑΣ: Λαμπρή ιδέα!
ΗΡΑ: Μπορεί να συνεδριάζει στο μέσο κάθε Σελήνης.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Και όταν αρχίσουν οι κανονικές συζητήσεις, θα σας θυμίσω ότι πολλές φορές επιτρέψατε σε ανθρώπους, να κτίσουν δικούς σας ναούς μέσα στη ζώνη τού αιγιαλού.
ΔΙΑΣ: Πρόκειται για φιλοξενία. Και δικοί σας ναοί υπάρχουνε στην ενδοχώρα.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Τέλος πάντων. Πριν όμως έθιξες ένα άλλο σοβαρό ζήτημα: είπες ότι αν συντρέχει λόγος μπορούμε να επεμβαίνουμε και πέρα από τα επίσημα όρια τής δικαιοδοσίας μας.
ΕΡΜΗΣ: Ωχ!
ΔΙΑΣ: Το είπα για μένα.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Εγώ ποτέ δεν έχω κάνει κάτι τέτοιο. Όταν για παράδειγμα κατεδίωκα τον Οδυσσέα, κάθε που πατούσε σε στεριά, σταματούσα το κυνήγι.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Ο οποίος εδώ και πολύ ώρα «τρώγεται» να μιλήσει, αλλά δεν τολμάει) πρέπει κάποτε να καταπιαστούμε με αυτό το θέμα.
ΑΡΤΕΜΗ: Μα γιατί, τι πρόβλημα υπάρχει;
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Εσύ δεν έχεις πρόβλημα. Τα δάση σου εισχωρούν παντού και έτσι σε λατρεύουν και στους τόπους όλων των άλλων θεών.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Με αυτές τις ελεύθερες διεισδύσεις, οι μεγάλοι θεοί γίνονται όλο και μεγαλύτεροι και οι μικροί, μικρότεροι.
ΕΣΤΙΑ: Θεοί, ακούστε με! Είναι πρόδηλο ότι όλοι ερχόμαστε σε επαφή και αλληλοεξαρτιόμαστε, αφού κοινή έγνοια έχουμε τους ανθρώπους. Τις τέχνες και τα αγαθά που νέμει ο καθένας μας, όλα τα χρειάζονται οι βρoτοί. Ποια πόλη μπορεί να ζήσει χωρίς τα δώρα τής Δήμητρας και να μην τη λατρεύει; Ποια οικογένεια θα ευημερήσει αν δεν έχει την προστασία τής Ήρας; Πόσο γυμνοί θα ήταν οι άνθρωποι, αν δεν δέχονταν σοφία από την Αθηνά και τέχνες από τον Ήφαιστο; Ποιοι δεν εμπορεύτηκαν για να μην χρειάζονται να προσεύχονται στον Ερμή; Και ποιο κράτος θα επιβίωνε, αν δεν θυσίαζε στον Άρη για να έχει την εύνοιά του στις μάχες; Και ποιο σπίτι θα στέριωνε αν στο παραγώνι δεν φωτιζόταν ένα δικό μου εδώλιο; (Μικρή παύση. Ο Δίας ξεροβήχει.) Και πώς θα ήταν δυνατό να λάβουν όλα αυτά υπόσταση, αν δεν τα σκέπαζε και ευλογούσε ο νεφεληγέρτης Δίας; Άρα είναι φυσικό να επικαλύπτονται οι περιοχές μας.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Μόνη της σιγά) για εμένα δεν είπε τίποτα…
ΑΡΤΕΜΗ: (Στον Απόλλωνα σιγά) για εμάς δεν είπε τίποτα…
ΔΙΑΣ: Έξοχος ο λόγος σου, Εστία, γεμάτος φρονιμάδα και γνώση.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ναι, ναι, καλά όλα αυτά, αλλά αφορούν εσάς τους θεούς τής ξηράς που γεωγραφικά ο χώρος σας είναι κοινός. Όμως διαφορετικά είναι τα πράγματα μεταξύ τής στεριάς και τής θάλασσας. Ποτέ δεν υπογράψαμε ούτε μελετήσαμε συνθήκη για το πόσο βαθιά και σε ποιες περιπτώσεις επιτρέπεται οι θεοί τής μίας ζώνης να επεμβαίνουν στην άλλη.
ΕΡΜΗΣ: Ίσως αν ορίζαμε μία επιτροπή που θα συνεδρίαζε στο τέλος κάθε Σελήνης…
ΔΙΑΣ: Α, για να σας πω! Όταν έλεγα πριν ότι σε περιπτώσεις ανάγκης μπορώ να επεμβαίνω και στους χώρους πέρα τής άμεσης δικαιοδοσίας μου, το έλεγα μόνο για μένα! Σας υπενθυμίζω ότι είμαι ο άρχοντας τού Κόσμου
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αυτό είναι τελείως αληθινό.
ΔΙΑΣ: Και εσύ είσαι ο μόνος από τους θαλασσινούς θεούς και από τους θεούς τού Κάτω Κόσμου που συμμετέχεις στο δωδεκάθεο. Θα μπορούσες να με στηρίζεις λίγο παραπάνω.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ω! Κοίτα τι κάνεις τώρα, Δία! Μάς φέρεσαι σαν σε παιδιά «διαιρώντας και βασιλεύοντας». Είναι ανάγκη αυτό; Όλοι οι θεοί τής θάλασσας σε σεβόμαστε και σε αναγνωρίζουμε. Για τους θεούς τού Κάτω Κόσμου – ας μιλήσουν οι ίδιοι.
ΑΘΗΝΑ: (Στον Ερμή) τι άθλιος που είναι.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Πάντως τόσους μήνες που κτίζονται οι Στήλες, δεν μάς ειδοποίησες ποτέ για το τι έκτακτο συνέβει…
ΗΡΑ: Ποσειδώνα, δίκιο έχεις. Το αμελήσαμε. Πες έναν καλό λόγο στο Νηρέα – και στον Πόντο, αν το έχει πάρει μυρωδιά – και σε λίγο καιρό, έτσι κι αλλιώς μάλλον θα τις γκρεμίσουμε.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Εγώ δεν κατάλαβα γιατί τις φτιάξατε.

Ο Δίας κοιτάει πρώτα την Ήβη μετά τον Ποσειδώνα και κουνάει το χέρι του σαν να τού λέει «άσ’ τα τώρα».

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Carpe diem.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Τι θα πει αυτό;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Ω, θα γίνει κάποτε ρητό στο Λάτιο. Για εμάς τους θεούς σημαίνει περίπου: «να απασχολείς τούς υφισταμένους σου όλη ημέρα».
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αλλόκοτα πράγματα.
ΕΣΤΙΑ: Ελάτε, ω θεοί! Το τραπέζι δεν είναι για στενόχωρες κουβέντες. Ας τελειώσουμε με αυτό τον υπέροχο χαλβά που τον τρόπο παρασκευής του μάς τον έφεραν λίγες ημέρες πριν απ’ την Σκυθία.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Και τα υλικά;

Η διάθεση των θεών αλλάζει αμέσως.

ΗΡΑ: Ναι, βέβαια
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Εμπρός λοιπόν!
ΑΡΗΣ: Άντε, νόμιζα ότι δεν θα τελειώσουν ποτέ οι διαπραγματεύσεις.
ΔΙΑΣ: Ήρα, εσύ κόψε τον.

Η Ήρα κόβει και σερβίρει μέσα σε χαρούμενα επιφωνήματα. Για λίγο οι θεοί ασχολούνται με το φαγητό. Ανταλλάσσουν πιατέλες, τρώνε και πίνουν.

ΑΡΗΣ: Το φαϊ φέρνει τους θεούς πιο κοντά.
ΑΘΗΝΑ: Τρώγε!

Ο Ποσειδώνας όλο και ρίχνει ματιές στην Ήβη που κάθεται αφηρημένη στο σκαμνί της. Εκείνη την ώρα τρίβει με αφέλεια το πόδι της.

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Σκουντάει το Δία και τού ψιθυρίζει) για χάρη της έγιναν όλα αυτά;
ΔΙΑΣ: Ε;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Βεβαιώνεται ότι η Ήρα κουβεντιάζει με την Αφροδίτη και δεν τους προσέχει.) Λέω: έδιωξες τον Ηρακλή για να μπορείς να μπερμπαντεύεις με ελόγου της (δείχνει με το κεφάλι προς την Ήβη);
ΔΙΑΣ: (Πιάνει το κεφάλι του.) Τι λες μωρέ; Ξέρεις πόσο καιρό έχω να μπερμπαντέψω; Ρούπι δεν μ’ αφήνει αυτή (δείχνει με τρόπο προς την Ήρα). Τις καταδιώκει όλες, τη μία μετά την άλλη. Εκτές έβαλε τον Απόλλωνα να σκοτώσει έναν κύκλωπα που μού φύλαγε μιά Νύμφη μάλαμα στη Σικελία.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Μόνος του) α, ήταν τελικά, ο Απόλλωνας… (Στο Δία) και δεν τον τιμώρησες;
ΔΙΑΣ: Δεν μπορώ. Έτσι θα φαινόταν ότι έχω λερωμένη τη φωλιά μου.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Η Ήρα δεν ξέρει ότι το έμαθες;
ΔΙΑΣ: (Ρίχνει γύρω του εξεταστική ματιά.) Δεν θα μπορούσα να μην το έχω μάθει. Ο ανόητος γυιος μου ξεσήκωσε όλο το νησί.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Μα;!… Η Ήρα έμαθε ότι σκοτώθηκε ο κύκλωπας;
ΔΙΑΣ: Αν κρίνω απ’ το ύφος της.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Ε, άρα ξέρει ότι ξέρεις. Και εσύ ξέρεις ότι ξέρει…
ΔΙΑΣ: Ε, βέβαια…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Και τι είπατε;
ΔΙΑΣ: Τίποτα. Αστειεύεσαι;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: ;…
ΔΙΑΣ: Βρε χαζέ, κάνουμε και οι δύο ότι δεν έχει συμβεί τίποτα. Αλλιώς θα ‘πρεπε να γίνουμε μαλλιά κουβάρια… (Μια πιατέλα έρχεται από τον Απόλλωνα. Ο Δίας με χαμόγελο την περνάει στην Ήρα, που τη δέχεται με παρόμοιο χαμόγελο.)
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Μόνος του) ισορροπίες τρόμου… (Στο Δία) και τελικά, πόσο καιρό έχεις να μπερμπαντέψεις;
ΔΙΑΣ: Σσσς! Σιγά… Οι άνθρωποι νομίζουν ότι μετά την Αλκμήνη δεν πλησιάζω θνητές…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αλλά εσύ πλησιάζεις!
ΔΙΑΣ: Σσσς! Κανένας δεν το ξέρει. Παίρνω άλλωστε πάντα προφυλάξεις.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Α!… Και με θεές γιατί δεν…
ΔΙΑΣ: Δεν έχουν μείνει πια πολλές που να μην…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Μικρή παύση.) Νύμφη μάλαμα, είπες;
ΔΙΑΣ: Ε, δεν ήταν σαν τις παλιές καλές, αλλά μαζί της χαλάρωνα, βρε Ποσειδώνα.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Κουνάει το κεφάλι με κατανόηση.) Τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Και τι έγινε μ’ αυτή;
ΔΙΑΣ: Φαίνεται ότι κρύβεται. Δεν μπορώ να μάθω εύκολα νέα.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Αλλάζει τόνο) και η Ήβη όμως είναι περίλαμπρη νέα!
ΔΙΑΣ: Τι λες τώρα; Είναι κόρη μου και εγώ ο ίδιος την πάντρεψα με τον Ηρακλή. Σταμάτα να την κοιτάς έτσι και να σού τρέχουν τα σάλια.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Χμμ… Τότε γιατί ξαποστέλνεις συνέχεια τον άντρα της;
ΔΙΑΣ: Η προκομμένη η αδερφή σου φταίει πάλι. Δεν τον χωνεύει επειδή, λέει, είναι εξώγαμο από τον έκλυτο βίο μου και όλο μού κάνει σκηνές όταν βρίσκεται εκείνος στο παλάτι…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Έκπληκτος) 600 χρόνια μετά, ακόμα δεν τον συνήθισε;
ΔΙΑΣ: Και ύστερα αναγκάζομαι εγώ να μαλώνω με εσένα, τον Ωκεανό και τους άλλους και γίνομαι ρεζίλι.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Έλα, έλα, ξέχνα τις Στήλες… Θα πω τού Νηρέα ότι πρόκειται για θαλάσσιο πάρκο.
ΔΙΑΣ: Θα το κάνεις αυτό για μένα;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Γνέφει καταφατικά. Σκέφτεται μόνος του) αν τού ζητήσουμε κιόλας να κάνει τα εγκαίνια… (Τυλίγει ο καθένας το μπράτσο του γύρω από τους ώμους τού άλλου. Τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους. Ο Ποσειδώνας κοιτάει προς την Ήρα) και σού λέει ότι εκείνη έδωσε τα καλύτερα χρόνια τής ζωής της για ‘σένα, ε; (Κουνούν και οι δύο με κατανόηση τα κεφάλια.) Η αλήθεια είναι ότι σού στέκεται πάντοτε πιστή.
ΔΙΑΣ: (Παραξενεμένος) ε, τι άλλο; (Λύνουν τα χέρια τους.)
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Συνωμοτικά) άκου, δεν περνάς και εσύ από το παλάτι μου; Θα το κάνουμε να φανεί επαγγελματικό ταξίδι. Έχει προσλάβει η Αμφιτρίτη μερικές νέες ακόλουθες… μουτς (φυλάει τα άκρα των δακτύλων του)!
ΔΙΑΣ: Σε ευχαριστώ! (Το σκέφτεται. Αποκαρδιωμένος) δε μού λες: είναι ψάρια από τη μέση και κάτω;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Έλα μωρέ. Θα σε ντύσουμε και σένα ψάρι!...



Σκηνή 2η: Ο Ηρακλής


[ ... συνέχεια απο την προηγούμενη ανάρτηση.]


Μπαίνει από την κύρια είσοδο ένας υπηρέτης. Πλησιάζει το Δία και υποκλίνεται.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Δία πατέρα, έφτασε ο Ηρακλής στο παλάτι.

Όλοι ξαφνιάζονται. Η Ήβη ανασηκώνει με χαρά το κεφάλι της.

ΔΙΑΣ: Ε; (Σκέφτεται.)
ΗΡΑ: Γύρισε;
ΔΙΑΣ: (Στους άλλους) τον είχα στείλει στη δύση να φτιάξει μερικές ακόμα Στήλες. (Στον υπηρέτη) έξω είναι;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Είναι στο λουτήρα, ω Δία. Ήθελε να καθαριστεί πριν ζητήσει να παρουσιαστεί μπροστά σου.
ΔΙΑΣ: Ε, κάλα, πες του να ‘ρθει.

Ο υπηρέτης φεύγει.

ΗΡΑ: (Χαμηλόφωνα) γιατί δεν τού είπες να φτιάξει και αλλού Στήλες;
ΔΙΑΣ: Μα τι λες, Στήλες στη στεριά δεν γίνεται.
ΗΡΑ: Ε, ας τού ζητούσες να κάνει κάτι άλλο.
ΔΙΑΣ: Μέχρι τώρα τού έχω αναθέσει 3561 άθλους. Και τους έκανε όλους.
ΗΡΑ: …
ΔΙΑΣ: (Λίγο πιο δυνατά) μακάρι και άλλοι εδώ μέσα, να υπάκουαν τόσο πρόθυμα, όταν τους ζητούσα κάτι.
ΑΘΗΝΑ: (Ξαφνικά) τα φαγητά!

Αναταραχή μεταξύ των θεών.

ΔΙΑΣ: Ωχ! (Κτυπάει τα χέρια του προς την κουζίνα – σπεύδουν αμέσως οι υπηρέτες.)
ΗΡΑ: (Στους υπηρέτες) γρήγορα, μαζέψτε τις πιατέλες.

Οι υπηρέτες υπακούν, μερικοί θεοί χώνουν τα πιάτα τους κάτω από το τραπέζι. Η Εστία παρακολουθεί έκπληκτη να τής παίρνουν το πιάτο. Ο Άρης μπουκώνεται όσο μπορεί και αρπάζει ένα μπούτι πάπιας πριν πάρουν το πιάτο του. Η Ήβη τούς κοιτάει έκπληκτη.

ΗΡΑ: Ώρα για την αμβροσία.

Ο Δίας χαμογελάει ένοχα στην Ήβη και τής κάνει νόημα με το χέρι να μην πει τίποτα. Η Ήβη σηκώνεται από το σκαμνί και περιμένει. Μπαίνει ο Ηρακλής από την κεντρική είσοδο. Ο Άρης μπουκώνεται ολόκληρο το μπούτι και για αρκετή ώρα θα προσπαθεί να μασήσει και να καταπιεί.

ΗΡΑΚΛΗΣ: Σε χαιρετώ Δία, πατέρα. Σας χαιρετώ όλους, ω ουράνιοι θεοί!
ΔΙΑΣ: Καλώς τον!
ΗΡΑ: Καλώς όρισες.

Όλοι χαιρετάνε κουνώντας τα κεφάλια δήθεν πολύ εγκάρδια. Η Αθηνά είναι η μόνη που κοιτάει τον Ηρακλή με θαυμασμό και ενδιαφέρον. Η Αφροδίτη τον «μετράει». Η Εστία και η Δήμητρα παραμένουν απόμακρες. Οι υπόλοιποι πέντε θεοί τον κοιτούν σαν κάτι αξιοπερίεργο και ξένο.

ΑΡΤΕΜΗ: Μας έλειψες!
ΔΙΑΣ: Πώς πήγε το ταξίδι;
ΗΡΑΚΛΗΣ: Έκανα όπως με πρόσταξες, ω Δία, πατέρα. Δέκα ακόμα Στήλες ψηλές όσο ο Ελικώνας ορθώνονται τώρα στο τέλος τής δύσης για να μακαρίζουν οι άνθρωποι, τη δόξα σου.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Κακαριστά) χα, χα, χα. Θα μπερδευτεί η Ουρανία και θα πέσει επάνω τους.
ΔΙΑΣ: Μα τελείωσες κιόλας; Πώς μπόρεσες τόσο γρήγορα;
ΗΡΑ: Μπράβο, Ηρακλή. Και ‘σένα σού αξίζουν οι μεγαλύτεροι έπαινοι. Αλήθεια, πώς φαίνεται τώρα το άκρο τής δυτικής γης; Είναι αρκετές οι κολόνες για να τιμάται ο πατέρας, όπως τού αρμόζει;
ΗΡΑΚΛΗΣ: Δεν χωράει ούτε μισή ακόμα, θεά μου. Τις έχω βάλει δίπλα –δίπλα και έχουν χωρίσει σχεδόν τον Πόντο από την εσωτερική θάλασσα.

Η Ήρα χαμογελάει παγωμένα.

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Πνιχτά, στην Άρτεμη) ώρα λοιπόν, να καταποντίσουμε μερικές.
ΔΙΑΣ: (Μουρμουρίζει) να δούμε τι θα πει ο Ωκεανός, γι αυτό. (Στον Ηρακλή) είσαι άξιος Ηρακλή. Όμως, κάτσε μαζί μας αφού επιστρέφεις από τόσο μακρινό ταξίδι και θα ‘σαι κουρασμένος από τον αγώνα.
ΗΡΑ: Βέβαια, ότι τελειώναμε το γεύμα μας. (Κτυπάει τα χέρια και μιλάει προς την κουζίνα) φέρτε ένα ποτήρι και νέκταρ για τον Ηρακλή!
ΔΙΑΣ: Είναι εδώ και η γυναίκα σου η Ήβη, Ηρακλή.

Ο Ηρακλής κοιτάει την Ήβη και αφήνει το πρόσωπό του να φωτιστεί. Πηγαίνοντας από αριστερά, φτάνει στο μπροστινό μέρος τής σκηνής. Αγκαλιάζονται με την Ήβη και κοιτιούνται γλυκά.

ΗΡΑΚΛΗΣ: Τι κάνεις εσύ εδώ;
ΗΒΗ: Ο Γανυμήδης είναι σε διακοπές και μού ζήτησε ο πατέρας να τον αντικαθιστώ όσο θα λείπει. Επειδή ξέρω τη δουλειά.
ΗΡΑΚΛΗΣ: Ο Γανυμήδης είναι σε διακοπές;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Κατέρρευσε από υπερκόπωση.
ΔΙΑΣ: (Ενώ γεμίζει το ποτήρι του με κρασί) τού Απόλλωνα διάγνωση. Τον έστειλα λοιπόν στην Υπερβορεία για κούρα και ξεκούραση.
ΕΡΜΗΣ: Τώρα μαθαίνει χιονοσανίδα στο χιονοδρομικό κέντρο.
ΗΡΑΚΛΗΣ: Α, ναι; Άκουσα ότι είναι και ο Προμηθέας, εκεί.

Στο αναμεταξύ ένας υπηρέτης φέρνει ένα ποτήρι στον Ηρακλή και μετά φεύγει. Η Ήβη τού σερβίρει νέκταρ.

ΑΡΤΕΜΗ: Πού το άκουσες;
ΗΡΑΚΛΗΣ: Ανάμεσα στους ανθρώπους. Στη δύση.
ΑΘΗΝΑ: (Θορυβημένη) πώς έμαθαν οι άνθρωποι πού βρίσκονται οι αθάνατοι;

Ο Άρης φαίνεται ότι θέλει να μιλήσει αλλά δεν μπορεί επειδή είναι μπουκωμένος ακόμα.

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Τις τελευταίες ημέρες, ο αετός σου Δία, πετούσε συχνά στα δυτικά.
ΔΙΑΣ: (Αυστηρά) αυτό αποκλείεται.
ΑΘΗΝΑ: (Μουρμουρίζει) θα το φάει το κεφάλι του.
ΕΡΜΗΣ: (Μουρμουρίζει) τι ζηλιάρης που είναι, μα τον Δία.
ΑΘΗΝΑ: Τι εννοείς;
ΕΡΜΗΣ: Τού βάζει λόγια, επειδή ο αετός πετάει καλύτερα από εκείνον.

Ο Ηρακλής πίνει. Τον συνοδεύουν ο Δίας, μερικοί θεοί και η Ήβη. Κοιτάζονται γλυκά με την Ήβη.

ΗΡΑ: (Στο Δία) γιατί ασχολείται ο Γανυμήδης με παρακατιανά αθλήματα; Τη χιονοσανίδα την επινόησαν οι ημίθεοι που δεν μπορούν να πετάξουν.
ΔΙΑΣ: Τώρα όλοι κάνουν…
ΕΣΤΙΑ: (Κατευναστικά) μπορεί ο ίδιος ο Προμηθέας να το είπε σε κάποιον προστατευόμενό του.
ΗΡΑ: (Δυνατά) όμως τη χιονοσανίδα την διατηρούμε μόνο θεϊκό αγώνισμα, έτσι; Απαγορεύεται στους θνητούς…
ΑΡΗΣ: (Προσπαθώντας να καταπιεί ταυτόχρονα) και βέβαια.
ΑΡΤΕΜΗ: Λέτε, ο Προμηθέας να δώσει το μυστικό τής χιονοσανίδας στους ανθρώπους;
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Σιγά μην δώσει και την πίτσα στους ανθρώπους.

Ο Άρης βήχει και πνίγεται. Συνεχίζει να βήχει και να κάνει χειρονομίες. Οι άλλοι θεοί μουρμουρίζουν, ανακινούνται στα καθίσματά τους και η ατμόσφαιρα χαλαρώνει. Η Αφροδίτη προσπαθεί να τον κτυπήσει αδέξια στην πλάτη.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Ανθρωπάκος, ανθρωπάκος!

Οι θεοί παρακολουθούν μειδιώντας ή αδιάφορα. Η Ήβη είναι στεναχωρημένη και αμήχανη. Ο Ηρακλής αφήνει το ποτήρι του στην Ήβη και πλησιάζει αργά από το πίσω μέρος τού τραπεζιού, τον Άρη.

ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Στη Δήμητρα) πριν λίγο καιρό επινόησα έναν τύπο χιονοσανίδας με αρμοσμένα καρούλια από κάτω. Θα μπορεί να κυλάει στο στεγνό έδαφος.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Τον καημένο τον Άρη.
ΗΡΑ: Μην τον κτυπάς, Αφροδίτη. Ασ’ τον μόνο του.
ΔΙΑΣ: Δώστε του να πιει λίγο κρασί.
ΑΘΗΝΑ: Καλέ, τι να πιει; Έχει φράξει το λαρύγγι του.
ΑΡΤΕΜΗ: Πείτε του να αναπνέει από τη μύτη.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Στη Δήμητρα) θα το ονομάσω αρματοσανίδα.

Η Αθηνά και η Αφροδίτη στηρίζουν τον Άρη που πνιγμένος έχει μισοσηκωθεί. Ο Ηρακλής έχει φτάσει από πίσω του. Τυλίγει τα χέρια του γύρω από τον Άρη και τού πιέζει απότομα το διάφραγμα. Από το στόμα τού Άρη πετάγεται ένα κόκκαλο και ο ίδιος σωριάζεται εξαντλημένος στην καρέκλα.
Η Ήβη είναι κατακόκκινη από ντροπή. Αφήνει τα ποτήρια δίπλα στο κάθισμά της. Η Αφροδίτη προσπαθεί να τον συνεφέρει.

ΑΘΗΝΑ: (Στην Αφροδίτη) δεν πρέπει να τού κάνεις λαχτάρες με την πίτσα.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Περιπαιχτικά) για σκέψου να πνιγόταν ένας θεός!
ΗΡΑΚΛΗΣ: (Κινούμενος προς το μέρος τού Δία) ο Δίας, ο πατέρας των θεών, δεν θα άφηνε ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο.
ΗΡΑ: Ο Δίας, ο πατέρας των θεών (με νόημα) και των ανθρώπων, έχει προστατέψει στο παρελθόν πολλούς από το Θάνατο και την Τύχη.

Ο Δίας ακούει εκνευρισμένος.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Φουρκισμένη, στον Άρη) είναι η τρίτη φορά που σε ρεζιλεύει ο Ηρακλής.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Ειρωνικά, στη Δήμητρα) είναι η τρίτη φορά που τον ρεζιλεύει ο Ηρακλής.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Δήθεν απορώντας) μα τι ήταν αυτό που σού στάθηκε, Άρη;
ΕΡΜΗΣ: Με κόκκαλο πάπιας μοιάζει.
ΑΡΤΕΜΗ: (Κρυφογελώντας προς τον Απόλλωνα) δεν θέλει να ‘σαι μάντης για να το καταλάβεις.

Ο Άρης έχει συνέλθει. Όλοι προσπαθούν να ξεπεράσουν το επεισόδιο. Ο Ηρακλής προχωράει αργά πίσω από την πτέρυγα τής Δήμητρας προς το μπροστινό μέρος τής σκηνής.

ΗΡΑ: (Μουρμουρίζει στο Δία) να ‘χεις το νου σου με τον Προμηθέα, Δία.
ΔΙΑΣ: (Σιγά) αποκλείεται. Μιλημένα, ξηγημένα. Υποσχέθηκε ότι δεν θα κάνει άλλες κουζουλιές.
ΗΡΑ: Προκειμένου να μας μπει αυτός στο ρουθούνι…
ΔΙΑΣ: (Ξεροβήχει δυνατά) δεν μας είπες όμως Ηρακλή: τι κάνουν όλοι αυτοί οι λαοί που είδες, στη δύση;
ΗΡΑΚΛΗΣ: Ότι έκαναν συνήθως, ω Δία. (Σκέφτεται.) Κτίζουν πόλεις και συναθροίζονται. Δουλεύουν όλη μέρα και χύνουν τον ιδρώτα τους, μέχρι ο ήλιος να οδηγήσει το άρμα του πίσω από τα πιο πέρα βουνά. Τη νύχτα κοιμούνται αποκαμωμένοι και σίγουροι ότι έζησαν όπως έπρεπε. Κλαίνε και ματώνουν, μα όταν μπορούνε, χαίρονται και αγαπάνε πολύ τη ζωή και φοβούνται τον Άδη.
Σε σέβονται και προσεύχονται σε ‘σένα. Κτίζουν ναούς, προσφέρουν θυσίες σε εσένα και σας τους άλλους θεούς και μακαρίζουν να είναι η γνώμη σας καλή για εκείνους. Οργώνουν τη γη…

Οι θεοί βαριούνται το λόγο τού Ηρακλή. Κοιτάζονται κλεφτά, ο Ερμής εξετάζει το κουτάλι του, η Αφροδίτη τυλίγει μία τούφα της σε μπούκλα, ο Δίας προσπαθεί να δείχνει βαθυστόχαστος.

ΗΡΑΚΛΗΣ: … και δεν ξεχνούν ποτέ, το πρώτο σιτάρι από το θερισμό και ο πρώτος μούστος από τον τρύγο να χυθούν σε σπονδή στη θεά Δήμητρα και στο Διόνυσο και στον Απόλλωνα. Και άμα κάποια συμφορά μεγάλη τούς κτυπήσει, ζητούν να βρούνε σε τι φταίξανε και ξεσήκωσαν την οργή σας. Έπειτα μαζεύουν τις πέτρες από τα ερείπια, τις κόβουν ξανά και κτίζουν πάλι πολιτείες.

ΗΡΑ: Καλά βρε, Ηρακλή, όλα αυτά τα είδες μέσα σε λίγες ημέρες;
ΗΡΑΚΛΗΣ: Χρόνια, σεβαστή Κυρά μου, ταξιδεύω, εκτελώντας τις προσταγές τού πατέρα και κάθε φορά βλέπω σε κάθε τόπο, κάποια από αυτά να υφαίνονται.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Μασουλώντας) και μήπως παρατήρησες κάτι ξεχωριστό να υφαίνεται σε αυτό το ταξίδι;

Ο Ερμής και η Αθηνά αρχίζουν να ψιθυρίζουν μεταξύ τους.

ΕΡΜΗΣ: (Εκνευρισμένος) τι τον ρωτάνε, τώρα;
ΑΘΗΝΑ: Γιατί όχι;
ΕΡΜΗΣ: Αφού υποτίθεται ότι όλα αυτά, εμείς εδώ τα ξέρουμε.
ΑΘΗΝΑ: Υποτίθεται! Σάματις ποιος ασχολείται πια από εμάς με τα όσα συμβαίνουν στους ανθρώπους;
ΗΡΑΚΛΗΣ: Ίσως. Είδα ανήσυχους νομάδες στους δρόμους που συνδέουν τις πόλεις.
ΕΡΜΗΣ: (Δείχνει το παράθυρο) όποιος θέλει, μπορεί να σκύψει και να κοιτάξει κάτω στη γη, τα όσα συμβαίνουν…
ΑΘΗΝΑ: … ναι, αλλά κανείς δεν το κάνει! Εμπιστευόμαστε τα όσα μάς λένε οι διάφοροι καλοθελητές για τον έξω κόσμο και μετά όταν σκάνε τα λούπινα, μάς έρχεται ακροκέραμο.
ΕΡΜΗΣ: Ένας λόγος παραπάνω, να μην ρωτάνε τον Ηρακλή.
ΑΘΗΝΑ: (Θυμωμένα) ο Ηρακλής τουλάχιστον είναι αξιόπιστος.
ΗΡΑΚΛΗΣ: Στη Λιβύη, ο λαός ζητούσε επίμονα να μάθει νέα από τους μακρινούς τόπους τού βορρά και τού νότου.

Ο Άρης σκύβει να ακούσει τη λένε η Αθηνά και ο Ερμής.

ΕΡΜΗΣ: Πάντως δεν έχεις δίκιο. Όλοι λίγο –πολύ ενδιαφερόμαστε για το τι γίνεται κάτω στη γη.
ΑΡΗΣ: (Μπαίνει στην κουβέντα τής Αθηνάς και τού Ερμή) έτσι κι αλλιώς, πια έχουν γίνει μυρμηγκιές οι θνητοί. Άλλη δουλειά δεν θα κάναμε παρά να τους παρακολουθούμε νύχτα –μέρα, αν θέλαμε να τους προλάβουμε όλους.
ΗΡΑΚΛΗΣ: Στη χώρα των Ιβήρων, μού φάνηκε πως στα πρόσωπα κάποιων νέων, είχαν χαραχτεί αποφάσεις…
ΑΡΗΣ: Και στο κάτω –κάτω γιατί να ασχολούμαστε με όλ’ αυτά;
ΑΘΗΝΑ: (Έκπληκτη) δεν το πιστεύω ότι λένε θεοί, τέτοια λόγια! Δεν καταλαβαίνετε;
ΗΡΑΚΛΗΣ: … όμως οι Ίβηρες είναι επιφυλακτικός λαός, μιλούσαν λίγο και δεν κατάλαβα τι αποφάσισαν.
ΑΘΗΝΑ: Ορίστε! Να γιατί.
ΑΡΗΣ: Ε, καλά. Άμα παραγίνουν φασαρίες κάπου, κάνει ο πατέρας, έναν τοπικό κατακλυσμό και ησυχάζουνε…
ΑΘΗΝΑ: Αμ, δε! Δεν κάνει πια…
ΕΡΜΗΣ: Εδώ που τα λέμε, καλά κάνει και δεν κάνει, γιατί μετά πάει πίσω το εμπόριο.
ΑΡΗΣ: Ε, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι…
ΗΡΑΚΛΗΣ: Και σε όλες τις χώρες πάνω από τα δυτικά τής μεσόγειας Θάλασσας, συζητούσαν για τους Κέλτες και τις νέες αλήθειες που φέρνουν.
ΑΘΗΝΑ: (Σιγά αλλά με έντονο ύφος) εδώ μιλάμε για νέες θρησκείες, ανόητοι.

Ο Ερμής ανακάθεται ανήσυχος. Κάποιοι από τους άλλους θεούς, επίσης θορυβούνται.

ΗΡΑ: Νέες αλήθειες;
ΗΡΑΚΛΗΣ: …
ΔΙΑΣ: Τι αλήθειες φέρνουν οι Κέλτες;
ΗΡΑΚΛΗΣ: Το ξέρεις πατέρα μου, ότι είναι μυστικοπαθής λαός. Δεν έχω μιλήσει μαζί τους.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Μουρμουρίζει) κάτι σαν Ίβηρες, ένα πράμα…
ΗΡΑΚΛΗΣ: Άλλωστε δεν έμεινα πολύ. Βιαζόμουν να γυρίσω για να σού ανακοινώσω το πέρας τού έργου μου.

Οι θεοί μουρμουρίζουν μεταξύ τους.

ΕΣΤΙΑ: (Εμπιστευτικά στον Ερμή) για δες πόσο έχει αλλάξει ο Ηρακλής! Παλιά, μετά από κάθε του αποστολή, χασομερούσε άλλο τόσο σε ταξίδια και περιπέτειες. Αφότου όμως παντρεύτηκε την Ήβη και νοικοκυρεύτηκε, δεν βλέπει την ώρα να μαζεύεται σπίτι του, στη γυναίκα του!

Ο Ερμής χαμογελάει βιασμένα.

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Ίσως πρέπει να θυμίσουμε εμείς στους λαούς εκείνων των περιοχών, κάποιες αλήθειες…
ΑΡΗΣ: Οι άνθρωποι, ουρά δεν έχουνε αλλά σαν τους μικρούς σκύλους φέρονται που κυνηγούν ολοένα την ουρά τους.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Μουρμουρίζει) ο Άρης το είπε όλο αυτό;
ΕΡΜΗΣ: Πρέπει σίγουρα να παρακολουθούμε πιο στενά τους ανθρώπους.
ΔΙΑΣ: Αρκεί, αρκεί. Ας μην συζητάμε τέτοια πράγματα τώρα και κουράζουμε τον ομόθεό μας, Ηρακλή.
ΗΡΑΚΛΗΣ: Όμως πατέρα, θέλω τώρα αλήθεια να πάω σπίτι μου, να δω τα υποστατικά μου και να ξαπλώσω στο δικό μου κρεβάτι, που καιρό τώρα μού έλειψε, όσο ευγενής και αν ήταν η φιλοξενία των άλλων λαών (ρίχνει μία ελπιδοφόρα ματιά στην Ήβη).
ΕΣΤΙΑ: (Στον Ερμή) είδες!; Τι σού έλεγα!;
ΔΙΑΣ: Να πας! Και πιο πολλά θα μου πεις άλλη ώρα.
ΗΡΑ: Σε ευχαριστούμε Ηρακλή για το έργο σου και για τα όσα μάς είπες. Ήβη, κόρη μου, συνόδεψε τον ήρωα μέχρι το άρμα του.

Η Ήβη με χαρά αφήνει τη θέση της.

ΗΡΑΚΛΗΣ: Σας χαιρετώ, ω θεοί. Σε χαιρετώ πατέρα.

Όλοι χαιρετούν τον Ηρακλή. Ο Ηρακλής και η Ήβη βγαίνουν. Μικρή παύση.

ΑΡΗΣ: (Ξεφυσάει) στομαχικοί θα γίνουμε εξ αιτίας τού Ηρακλή. Κάθε φορά αφήνουμε το φαγητό μας στη μέση.
ΗΡΑ: (Δεικτικά) είναι ο ετεροθαλής αδερφός σου, χρυσό μου. Πρέπει να τον σεβόμαστε.
ΔΙΑΣ: (Μουρμουρίζει) σιγά, μην δαγκώσεις τη γλώσσα σου, εσύ.
ΑΡΤΕΜΗ: Πολλοί άνθρωποι έχουν ξεχάσει την οργή των θεών.
ΔΙΑΣ: Πρώτα θα μάθουμε τι ακριβώς συμβαίνει στις χώρες τής Εσπερίας.
ΗΡΑ: Μα πώς αφήνουμε να μάς ξεφύγουν τέτοια πράγματα;
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Μπορεί ο Ηρακλής να έλεγε ότι τού κατέβαινε.
ΑΘΗΝΑ: Ο Ηρακλής πάντα προσέχει τι λέει.
ΕΡΜΗΣ: Εντάξει, εντάξει. Αλλά κρίνει ακόμα από την πλευρά των ανθρώπων.
ΑΘΗΝΑ: Τι θα πει αυτό;
ΕΡΜΗΣ: Θα πει ότι βλέπει ακόμα σαν άνθρωπος, τα τελούμενα. Μεγεθύνει κάποια πράγματα και άλλα ούτε μπορεί να τα διακρίνει.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Πάντως έχει γίνει πιο μαλθακός.
ΑΘΗΝΑ: Δηλαδή;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Ω, παλιά όπου πήγαινε, ακολουθούσαν εκατόμβες νεκρών. Τώρα πια κανέναν δεν σκοτώνει.
ΑΡΗΣ: Ε, καλά. Δεν ήταν και σημαντικοί σκοτωμοί…
ΑΡΤΕΜΗ: Α, όχι δα! Η αλήθεια να λέγεται.
ΔΗΜΗΤΡΑ: Ήταν αψύς, παλιά. Ο Ερμής μπορεί να μας πει.

Ο Ερμής βγάζει το χρυσό μπλοκάκι του και διαβάζει σχολαστικά.

ΕΡΜΗΣ: Λοιπόν, στατιστικά στοιχεία από τους πρώτους 50 άθλους του, αφότου μπήκε στη υπηρεσία τού Ευρυσθέα. Ανά αποστολή σκότωνε: 192 επειδή τον παρεμπόδιζαν, 77.5 από παρεξήγηση, 36.2 κατά λάθος…
ΑΡΗΣ: Άντρες και γυναίκες;
ΕΡΜΗΣ: Ναι, ναι, τα συνολικά σάς λέω…
ΑΘΗΝΑ: Μα τώρα τι σχέση έχουν όλα αυτά, με αυτά που συζητάμε;
ΕΣΤΙΑ: Α, όπως έλεγα και πριν στον Ερμή, ο γάμος αλλάζει τον άνθρωπο… και τον θεό!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Πάντως, μεγάλο θράσος έχει πράγματι, να μας μιλάει για την ασέβεια των ανθρώπων με αυτό το ύφος.
ΔΙΑΣ: Είπα: ακόμα δεν ξέρουμε αν πράγματι έχει εκδηλωθεί ασέβεια.
ΗΡΑ: Ναι, Ζήνο μου αλλά έχει δίκιο ο Απόλλωνας. Ο Ηρακλής από τότε που ανάγκασε τον Σκάμανδρο να αποκαλυφτεί, έχει πάρει ψηλά τον ανάπαιστο.
ΔΙΑΣ: Α, για ακούστε εδώ! Ή μας ενδιαφέρουν αυτά που λέει και τού δίνουμε προσοχή ή τον θεωρούμε θρασύ ή ανόητο και δεν τού επιτρέπω να ξαναμιλήσει.

Ο Ερμής βάζει το μπλοκάκι στην τσέπη του.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Πάντως δεν είναι δύσκολο να τού πάρεις λόγια.
ΑΘΗΝΑ: Τι εννοείς;
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Εννοώ ότι έτσι όπως υποστηρίζει τους ανθρώπους, διαλέγει να μιλάει με μεγαλόστομα λόγια, νομίζοντας ότι έτσι θα μας συγκινήσει για εκείνους και θα βρέξουμε ελέη. Και στο αναμεταξύ έχει αποκαλύψει τις μισές αμαρτίες τους.
ΑΘΗΝΑ: Ε βέβαια, γιατί έχει την αρετή τής τιμιότητας και όχι τής πονηράδας.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Κάποτε είχες προστατευόμενο τον Οδυσσέα επειδή είχε αυτή την πονηράδα.
ΔΙΑΣ: Αρκετά. Υπάρχει το θέμα τού σεβασμού των ανθρώπων προς εμάς που πρέπει να συζητηθεί.
ΕΡΜΗΣ: (Σιγά και κατευναστικά στην Αθηνά) έλα, μωρέ Αθηνά, αφελής είναι…
ΕΣΤΙΑ: Ω Δία, επίτρεψέ μου να πω ότι γύρω από το τραπέζι των συμποσίων, έχουμε ομόσει ότι θα μιλάμε μόνο για θέματα χαράς που φέρουν ομόνοια και ισχυροποιούν τους δεσμούς.
ΔΙΑΣ: Σωστά, Εστία. Αυτό θα έλεγα τώρα. Ας σταματήσουμε εδώ και συγκαλώ συμβούλιο, το πρωί μετά το πρώτο τέταρτο τής Νέας σελήνης.
ΑΡΗΣ: Ω Δία, εκείνη την ημέρα είναι η κορύφωση των ασκήσεων των Συμμαχικών δυνάμεων.
ΔΙΑΣ: Καλά λοιπόν. Τρεις μέρες μετά το πρώτο τέταρτο τής Νέας σελήνης.
ΔΗΜΗΤΡΑ: Ω Δία, αρχίζουν οι γιορτές τού Διονύσου τότε και πρέπει εγώ και ένας ακόμα θεός να παρευρισκόμαστε…
ΔΙΑΣ: Πόσες μέρες;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Δύο τουλάχιστον.
ΔΙΑΣ: Εντάξει. Ας πούμε μία ημέρα πριν τη γέμιση τής Σελήνης.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Ω Δία, τότε θα αρχίσω τις εργασίες για τη θεμελίωση ενός φράγματος στη Μεσοποταμία.
ΔΙΑΣ: Εσύ θα τις αρχίσεις;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Οι άνθρωποι. Αλλά πρέπει να βρίσκομαι και ‘γω από πάνω για να τους ευλογώ.
ΗΡΑ: Ασ’ τον να πάει, Δία. Είναι σημαντικό να έχουμε επιρροές στη Μεσοποταμία. Και θα μας πει μετά πώς πάνε τα πράγματα εκεί…
ΔΙΑΣ: Αν με ξανακατηγορήσετε ότι κάνω τα συμβούλια μόνος μου…
ΕΡΜΗΣ: (Συμβουλεύεται το μπλοκάκι του) η αλήθεια είναι ότι και στο άδειασμα τής σελήνης υπάρχουν πολλές δουλειές … σ’ αυτή τη σελήνη.
ΑΡΤΕΜΗ: Εγώ πηγαίνω στη χώρα των αμαζόνων εκείνη την εποχή αλλά αν με ειδοποιήσετε έγκαιρα θα έρθω.
ΗΡΑ: Ζήνο μου, τώρα δεν μπορούμε να το συζητήσουμε. Λείπει και ο Ποσειδώνας.
ΔΙΑΣ: Μάλιστα. Ερμή! Αναλαμβάνεις εσύ, τις επόμενες ημέρες να τους βρεις όλους και να ανακαλύψετε μία ημερομηνία που θα μπορούμε να έχουμε ολομέλεια… Πάντως, η Εστία και εγώ είμαστε εδώ συνέχεια.

Ο Ερμής κλείνει αποκαρδιωμένος το μπλοκάκι.
Η Ήβη επιστρέφει. Ο Δίας τής γνέφει να πλησιάσει.

ΔΙΑΣ: Ήβη, λυπάμαι για πριν. Που κρύψαμε τα φαγητά όταν ήρθε ο Ηρακλής.
ΗΡΑ: Ήβη, χρυσή μου, εμείς για να βρισκόμαστε κοντά στους ανθρώπους, μοιραζόμαστε συχνά τις συνήθειές τους… αυτά που τρώνε, αυτά που ντύνονται. Ο Ηρακλής όμως είναι τόσο άμεμπτος και αγνός που δεν θα καταλάβαινε και θα το παρερμήνευε.
ΗΒΗ: Μάλιστα, μητέρα.

Ο Απόλλωνας ξεροβήχει. Βγάζει αμήχανος κάτω από το τραπέζι, ένα πιάτο που είχε κρύψει. Μερικοί θεοί κάνουν το ίδιο. Η Ήβη προχωράει προς το μπροστινό μέρος τής σκηνής.

ΑΡΤΕΜΗ: Τα ξεχάσαμε αυτά.
ΑΡΗΣ: (Τσιμπολογάει) λοιπόν, μπορούμε τώρα να συνεχίσουμε; (Τον αγριοκοιτάνε.) Για να νιώθουμε οικειότητα προς τους ανθρώπους.
ΗΡΑ: (Κτυπάει τα χέρια) εμπρός, να καθαριστεί το τραπέζι. Ήρθε η ώρα για τα φρούτα και τα επιδόρπια.

Έρχονται υπηρέτες που μαζεύουν όλα τα προηγούμενα σερβίτσια, καθαρίζουν όπου χρειάζεται (ο Άρης σηκώνει πρόθυμα τα πόδια για να σκουπίσουν από κάτω) και φέρνουν νέα σερβίτσια και ποτήρια. Η Ήβη επιβλέπει. Μετά σερβίρει νέκταρ. Οι υπηρέτες φέρνουν μεγάλες πιατέλες με εξωτικά φρούτα και ταψιά με γλυκά. Ακούγονται επιφωνήματα θαυμασμού και ικανοποίησης.

ΟΛΟΙ: Α! / Ωωω! / Υπέροχα. / Για δες κάτι ανανάδες!
ΑΡΤΕΜΗ: Εγώ θέλω φραγκοστάφυλο γλυκό.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Τις γλυκοπατάτες με αμυγδαλόψιχα να δοκιμάσετε!
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Είναι συνταγή τής Ήρας.
ΕΡΜΗΣ: Μπράβο, Ήρα.
ΕΣΤΙΑ: Φέρτε και από εδώ τους χουρμάδες.
ΑΘΗΝΑ: Εξαιρετική η ιδέα για εκείνο το – πώς το είπατε; - θερμοκήπιο παντός καιρού!
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Σεμνά) ε!
ΗΡΑ: Μπράβο στη Δήμητρα και στον Ήφαιστο!
ΔΗΜΗΤΡΑ: Ω, ελάτε τώρα! Ο Ήφαιστος το μαστόρεψε όλο.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Α, αφού εσύ μού έλεγες τι χρειαζόταν. Ήταν και το ευλογημένο χώμα που έβαλες…
ΔΙΑΣ: Έχουμε εδώ ένα σπουδαίο παράδειγμα διαδραστικότητας μεταξύ θεών.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Χαχανίζει) θαύματα κάνουμε!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Βέβαια είναι πολύ νόστιμα, αλλά δεν νομίζετε πως οι ντομάτες είναι λίγο – πώς να το πω; - νερουλές;
ΑΡΤΕΜΗ: Και τα άλλα λαχανικά…
ΔΗΜΗΤΡΑ: Ναι, και ‘μεις προσέξαμε ότι κρατάνε κάπως παραπάνω υγρασία. Είναι ένα από τα φαινόμενα τού θερμοκηπίου.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Θα το ξεπεράσουμε όμως γρήγορα.
ΕΡΜΗΣ: (Στην Αθηνά κρυφογελώντας) εννοεί ότι θα το συνηθίσουμε γρήγορα.
ΔΙΑΣ: Στην ευδαιμονία τού Ηφαίστου και τής Δήμητρας!
ΟΛΟΙ: Στο μεγαλείο τους. / Στην ευδαιμονία.
ΕΡΜΗΣ: (Στην Αθηνά) δε λέω, καλά βγήκαν τα φρούτα. Αλλά μπορούσαμε να τα εισάγουμε κάθε εποχή από διαφορετική χώρα.
ΑΘΗΝΑ: (Σαρδόνια) χα, χα! Έχασες την προμήθειά σου, Ερμή;
ΕΣΤΙΑ: Μπορώ να έχω μία μπανάνα, παρακαλώ;
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Πω, πω, τι απαλό που είναι το καταΐφι!
ΑΡΗΣ: Μήπως έχει ρόδι;

Όλοι σταματάνε να τρώνε. Η Δήμητρα βγάζει ένα λυγμό και μετά αρχίζει να σιγοκλαίει. Ο Άρης δεν συνειδητοποιεί τι είπε. Βηξίματα και αμηχανία από τους άλλους. Η Ήρα απλώνει το χέρι και δίνει μία καρπαζιά στον Άρη. Η Αφροδίτη τον σκουντάει.

ΗΡΑ: Ω, έλα καλή μου Δήμητρα, ο Άρης δεν ήθελε να σε πληγώσει.

Ο Δίας αγριοκοιτάζει τον Άρη.

ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Μουρμουρίζει) τι χοντρόθεος. (Προσπαθεί να παρηγορήσει τη Δήμητρα.)
ΑΡΗΣ: (Μουρμουρίζει και γκρινιάζει) αμάν πια, ότι κι αν πούμε θα πληγώσουμε τη Δήμητρα και θα πληγώσουμε τον έναν και τον άλλο…
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Ουφ!

Η Αθηνά την κοιτάει ειρωνικά.