Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσιτάτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσιτάτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Αναμνήσεις ενός φυτοφάγου


Κάποτε ζούσε ένας αγρότης (farmer), πατέρας δύο γιων. Όταν ο ένας γιος ενηλικιώθηκε, ζήτησε επίμονα από την πατέρα του το μερίδιο τής οικογενειακής περιουσίας που τού αναλογούσε, μετά ρευστοποίησε και την έκανε για τα ξένα.
Ο άλλος γιος έμεινε σπίτι και λύσσαγε στη δουλειά. Και η οικογενειακή περιουσία όλο μεγάλωνε.

Ο γιος που ξενιτεύτηκε ενδιαφερόταν μόνο για διασκεδάσεις και life style. Σύντομα ξόδεψε όλα του τα λεφτά και έμεινε ταπί. Εκτός αυτού η χώρα χρεοκόπησε και ο νέος πείνασε. Πήγε να πιάσει δουλειά αλλά καθώς δεν ήξερε πολλά να κάνει, η μόνη δουλειά που βρήκε ήταν εκείνη τού χοιροβοσκού. Όμως και εκεί πεινούσε. Ζητούσε να φάει από τα χαρούπια των γουρουνιών και κανένας δεν τού ‘δινε...

Κάποια στιγμή, μέσα στην απελπισία του αφυπνίσθηκε και θυμήθηκε το σπίτι του και τον πατέρα του. Θυμήθηκε ότι εκεί οι υπηρέτες είχαν να φάνε με το παραπάνω. Ντρεπόταν να γυρίσει και ούτε λόγος να ζητήσει να τον δεχτούν ως ισότιμο μέλος στην οικογένεια, αλλά ένιωσε ότι μπορούσε να πει, από τα μέσα του, «πατέρα, ζητάω συγγνώμη μπροστά σε θεούς και ανθρώπους, δεν είμαι άξιος για την οικογένειά σου, αλλά πάρε με σε παρακαλώ ως υπηρέτη και θα δουλέψω τίμια». Και ξεκίνησε.

Την ημέρα που έφτανε στο σπίτι, ο πατέρας του βρισκόταν στο studio τού πάνω ορόφου, τον είδε από μακριά και λωλάθηκε. Κουτρουβάλησε τις σκάλες, έτρεξε, έπεσε στην αγκαλιά του γιου του και τον φιλούσε.
«Γύρισες, παιδάκι μου. Γύρισες!» Και μαζί βλέποντας τα χάλια τού νέου μισόκλαιγε.
Ο γιος, που αυτό δεν το περίμενε, ψέλλισε μερικά λόγια και είπε αυτά που είχε ετοιμάσει, «Πατέρα σού ζητώ συγχώρεση ενώπιον θεών και ανθρώπων. Δεν είμαι άξιος να λογιέμαι για γιος σου...».
Εκεί κάπου σταμάτησε, γιατί ο μπαμπάς ούτε που τον άκουγε, ούτε τον άφηνε να συνεχίσει, είχαν μαζευτεί και οι υπηρέτες που τους είδανε και ο μπαμπάς εκτόξευε παραγγελιές:
«Πάρτε τον γιο μου, πλύντε τον, κουρέψτε τον, κάν’τε του μασάζ και απολέπιση, ντύσ’ τε τον με ρούχα καθαρά και στολίστε τον!... Και μετά ετοιμάστε τσιμπούσι να γιορτάσουμε. Σφάξτε το μοσχάρι, το θρεφτάρι μας, να φάμε να ευφρανθούμε, γιατί είναι μέρα χαράς σήμερα, ο γιος μου που τον είχα σαν νεκρό είναι πάλι εδώ.»
Και έτσι έγιναν όλα.

Βράδιαζε πια και το γλέντι συνεχιζόταν, αλλά ένα περίεργο πράμα, κανένας δεν είχε φροντίσει να ειδοποιήσει τον άλλο γιο που εργαζόταν μακρύτερα στις φυτείες. Βέβαια, η ιστορία αυτή συνέβη πολύ παλιά (πριν το 33 μ.Χ.) και εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν μέσα τηλεειδοποίησης. Αν υποθέσουμε ότι ο γιος δεν είχε αφήσει μήνυμα για το που ακριβώς πήγαινε, ίσως να είναι δικαιολογημένο που δεν τον βρήκαν. Irrelevant.
Ο γιος πάντως καθώς επέστρεφε, άκουσε από μακριά φωνές, γέλια και τραγούδια και είδε την φωτοχυσία.
Τού ήρθε τόσο ξένη αυτή η εικόνα (σουρπράιζ πάρτυ είχε να οργανωθεί από τότε που η τελευταία γυναίκα εγκατέλειψε το σπίτι – θα παρατηρήσατε ήδη ότι πουθενά στην ιστορία δεν αναφέρθηκε ούτε μαμά ούτε αδερφή – και ούτε θα αναφερθεί - ας το θεωρήσουμε και αυτό irrelevant), που κοκάλωσε και αντί να μπει να ρωτήσει τους δικούς του τι τρέχει, σταμάτησε ένα διερχόμενο υπηρέτη και ρώτησε εκείνον.
«Μικρέ ζαχίμπ», απάντησε ο υπηρέτης, «γύρισε ο άλλος μικρός ζαχίμπ και ο μεγάλος ζαχίμπ χάρηκε πολύ και είπε να σφάξουμε το καλοθρεμμένο μοσχάρι και να το γιορτάσουμε!»
Τού μικρού ζαχίμπ τού ήρθε ένας μικρός κόλπος.
«Ο μικρός ζαχίμπ;... Τι; Πώς; Γιατί ήρθε; Πώς ήρθε;...»
«Αχ, μικρέ ζαχίμπ, ο μικρός ζαχίμπ γύρισε ρακένδυτος και αδυνατισμένος. Φαίνεται ότι δεν τού έμεινε δεκάρα και πεινούσε. Και φαίνεται...»
Και ο υπηρέτης άρχισε να δίνει ραπόρτο ψιλοκομμένο στον αδερφό – Κύριος οίδε από ποιες πηγές – γιατί είναι σίγουρο ότι όσο η Γη θα γυρίζει, ενδέχεται να ξεχνάμε να ειδοποιήσουμε τον ένα αδερφό για τη γιορτή που οργανώνεται, αλλά είναι σίγουρο ότι θα συλλέξουμε πληροφορίες για τα έργα και τις ημέρες τού άλλου αδερφού.

Κάποια στιγμή ο δουλευταράς αδερφός ένιωσε ότι αυτό το δελτίο ειδήσεων ήταν ατιμωτικό και για τον ίδιο και είπε στον υπηρέτη «καλά, καλά, πήγαινε».
Αλλά είχε γίνει κουδούνι, ήταν δηλαδή πολύ θυμωμένος και όσο το σκεφτόταν ακόμα πιο πολύ και δεν έμπαινε στο σπίτι.
Αυτό όμως το σφύριξαν στον πατέρα – ότι δηλαδή ο άλλος γιος του ήταν έξω και δεν έμπαινε - (ίσως το έκανε ο πρόθυμος, ομιλητικός υπηρέτης, για να ‘χει «δεμένο τον γάιδαρό του»), οπότε ο πατέρας βγήκε αμέσως για να γυρέψει τον φρόνιμο γιο.
«Γιε μου γύρισε ο αδερφός σου! Ο αδερφός σου από τα ξένα, σήμερα και το γιορτάζουμε».
Αλλά είδε το σκοτεινιασμένο πρόσωπο τού γιου του και ο μισός μαράθηκε.
«Μα τι έχεις γιε μου, τι συμβαίνει; Έλα να χαρείς.»
Καταλάβαινε ότι ο γιος είχε θυμώσει και ίσως ζήλευε και τον παρακαλούσε.
Και ο γιος ξέσπασε:
«Μια ζωή σου δουλεύω, βάζω το κεφάλι κάτω σαν ταύρος... και είμαι υπάκουος και σε συμβουλεύω, αλλά την δική σου γνώμη δέχομαι... και αύξησα το βιος μας. Και μία φορά δεν είπες, “πάρε ρε ένα κατσίκι και σφάξ’ το και άντε να κάνετε ένα πάρτυ σουπρήζ με τους φίλους σου”... – δεν έχω φίλους, επειδή εμένα το μυαλό μου είναι στην εργασία.
Και αυτός ο ανεπρόκοπος χώρισε την περιουσία και το βιος σου στη μέση, μας γύρισε την πλάτη και πήγε στα ξένα, λες για να κάνει τη μεγάλη ζωή, και τα ‘φαγε όλα στα καμπαρέ και δεν ξέρω σε τι αθλιότητες... Τού τα φάγαν οι δήθεν φίλοι και οι γκόμενες... Και τώρα ήρθε και σε αυτόν σφάζεις το μοσχάρι, το θρεφτάρι μας. Ε, όχι! Και αύριο, πάλι θα μας ζητήσει κι άλλα λεφτά...
Και ακόμα σε σέβομαι – αλλιώς θα σού έλεγα το ανέκδοτο που τελειώνει “... κι εσύ και ο γρύλλος σου” -, αλλά με πνίγει τ’ άδικο, πατέρα!».

«Πα, πα, πα, παιδάκι μου», τού είπε πάλι ο πατέρας, «γιατί πικραίνεσαι έτσι; Κι αν ήσουν τόσο πικραμένος γιατί δεν μού το έλεγες; Και βέβαια εσύ δουλεύεις, αλλά δεν μού δουλεύεις, για εμάς δουλεύεις, και ότι έχουμε μαζί το ‘χουμε και αν αύριο μού ζητήσεις την περιουσία, δική σου θα ‘ναι...
Μα δεν χρειαζόταν ποτέ η άδεια μου για να πάρεις και ένα και δύο - και όσα ήθελες – κατσίκια, δικά σου είναι! Όσο για τους φίλους σου, ας όψεται που βγήκες μίζερος σαν και μένα, και τον νου σου μόνο στη δουλειά τον έχεις...
Αλλά είναι ο αδερφός σου και πρέπει να χαίρεσαι, γιατί αν όχι τώρα, πότε άλλοτε θα χαρείς; Επέστρεψε!
Και άσε με να χαρώ και εγώ, γιατί είναι ο γιος μου – ότι κι αν είναι – και ήταν σαν να ‘ταν νεκρός και τώρα γύρισε!»

Ο γιος ήταν ακόμα μουτρωμένος αλλά μαλάκωσε:
«Καλά, πάω να πλυθώ και έρχομαι. Αλλά δεν θα παίξουμε λίμπο... Ούτε πιάσιμο μήλων με το στόμα...
Και αύριο θα πάω σε έναν δικηγόρο να συμβουλευτώ, γιατί αυτός θα μας... θα με μαδήσει...»




Εναλλακτικό ηθικό δίδαγμα:
Λίγο πολύ, οι άνθρωποι, συνήθως, κάπως τα βρίσκουν μεταξύ τους. Εκείνο που πάντα – μονά ζυγά – σφάζεται, είναι το μοσχάρι.



Υστερόγραφα:

1। Την ιστορία αυτή, με πολύ καλύτερη διατύπωση και χωρίς σάλτσες, την είπε ο Χριστός σαν παραβολή (διαβάστε το Ευαγγέλιο τού Λουκά στο κεφάλαιο 15). Ο Χριστός και το Ευαγγέλιο προβάλλουν ένα τελείως διαφορετικό ηθικό δίδαγμα, γι αυτό και εγώ το δικό μου το χαρακτήρισα εναλλακτικό.


2। Την ανάρτηση την εμπνεύστηκα μετά από βαθύτατη περισυλλογή στην οποία έπεσα όταν διάβασα την ανάρτηση τού B. (Ροβυθέ) (εδώ). Οπότε, ένιωσα την ανάγκη να «ανταποκριθώ» μέσω ενός θέματος από την Βίβλο.


Ιdom


Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

Σαολινόπουλα


... «Να μάθετε καλύτερα πώς να προστατεύετε παρά πώς να καταστρέφετε. Να προτιμάτε να αποφεύγετε από το να ελέγχετε, να ελέγχετε από το να πληγώνετε, να πληγώνετε από το να ακρωτηριάζετε, να ακρωτηριάζετε παρά να σκοτώνετε... γιατί καθε ζωή είναι πολύτιμη και τίποτα δεν μπορεί να την αντικαταστήσει».
Ο Κέην ακούει, όπως άκουγε πάντα, και αφού έχει κλείσει πια τα λόγια στην καρδιά του, μιλά: «Διδάσκαλε, ποιος είναι τότε ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίζουμε τη δύναμη;»
Ο Τεχ υποκλίνεται, δείχνοντας έτσι πως εκτιμά την ερώτηση.
«Καθώς έχουμε πιο πολύτιμη την ειρήνη και την ησυχία από την νίκη», λέει, «υπάρχει μια απλή και προτιμητέα μέθοδος για να αντιμετωπίσουμε κάθε μορφή δύναμης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον μας».
«Και ποια είναι αυτή κύριε;», ρωτά ένας άλλος μαθητής.
«Η φυγή», λέει πολύ σοβαρά ο Διδάσκαλος Τεχ.


Kung Fu - Το σημάδι τού Δράκοντα
Howard Lee

(μετάφραση Α. Αϊδίνη, εκδ. "Κάκτος")

Ως ανταπόδοση στην εξαιρετική ανάρτηση τού Ροβιθέ - που ο Κουμφούκιος να μού κόβει USB θύρες και να τού δίνει πλήκτρα.
Idom


Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Καλή Χρονιά !!!


"
I love you.
More than all you know.
I love you more than children.
More than fields I've planted with my hands.
I love you more than morning prayers or peace or food to eat.
I love you more than sunlight, more than flesh or joy, or one more day.
I love you... more than God.
"

Maid Marian
"Robin and Marian"
by Richard Lester


Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

Υπέρ συλλογικής ευθύνης λόγος


Ποιος να ’ν’ αυτός ο «Κύριος Κανείς»;
Χτες, σαν καθίσαμε να πιούμε τσάι,
μπράμ, να σου τον, ένα φλιτζάνι σπάει
και βρέχει το φουστάνι της Φανής,
ο σκανταλιάρης «Κύριος Κανείς».

Κι ύστερα τσίμπησε την άσπρη γάτα,
έσπασε και δυο τρία καλά πιάτα,
εζούληξε του Γιάγκου το καπέλο,
και ξέσκισε της Έλλης μας το βέλο,
και μούγκριζε φρικτά σαν Ερινύς,
ο πεισματάρης «Κύριος Κανείς».

Έχει, θαρρώ, κακήν ανατροφή,
γιατί έβαλε μες στον καφέ μου αλάτι,
και μου έμπηξε καρφίτσες στο κρεβάτι,
και στο σκαμνί του μπέμπη ένα καρφί,
κι ύστερα τον ρωτούσε «που πονείς;»
ο κατεργάρης «Κύριος Κανείς».

Ποιος να ’ναι; Μπα! κανείς μας δεν τον ξέρει,
κανείς μας δεν τον είδε πουθενά…
Μ’ αυτός τα παιχνιδάκια μας χαλνά,
κι έσπασε και της πλύσης το πανέρι.
Δεν είναι, φαίνεται, καθόλου ευγενής
αυτός ο μάγκας «Κύριος Κανείς».

Δεν τον γνωρίζουμε! Ορκιζόμαστε.
Μα η μητερούλα μας χαμογελά
και λέγει πως τον ξέρουμε καλά
και πως δεν πρέπει να κρυβόμαστε
και ψέματα να λέμε στους γονείς,
γιατ’ είμαστε όλοι εμείς ο «Κύριος Κανείς».

"Ο Κύριος Κανείς"
Νικόλαου Ποριώτη



Στους τελευταίους στίχους, εκεί που λέει "μητερούλα " και "γονείς", εγώ θα έβαζα "εαυτός" και "εαυτούλης".
Κατά τα άλλα προσυπογράφω.




Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008

Τα ευτυχισμένα δάκτυλα



Τον παλιό, καλό καιρό, τότε που η αγαπημένη υπόθεση εργασίας των Ελλήνων ήταν «αν ήμουν εγώ πρωθυπουργός, ...», εγώ ήμουν μόνο παιδί, και ψαρωμένος όσο να 'ναι λόγω ηλικίας από τον στόμφο των μεγάλων, άκουγα με φόβο ψυχής αυτά τα αποφθέγματα. Κυκλοφορούσαν τότε ευρέως διάφορα, με το άρωμα τού αγνού, λαϊκού φασισμού, όπως «ο Έλληνας μόνο από βούρδουλα καταλαβαίνει», «για όλα φταίει η Τουρκοκρατία», «μία χούντα μάς χρειάζεται», το all time classic «δεν υπάρχει κράτος» και το απίστευτα θλιβερό και αγαπησιάρικο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;».
Αυτό το τελευταίο νομίζω ότι εξέπνευσε ως συνήθειο, την εποχή που ο Γιώργος Κατσιφάρας ανακοίνωσε ότι «Αν δεν ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν θα μάς ήξερε ούτε ο θυρωρός τής πολυκατοικίας μας». Αν όντως ήταν ο Γ.Κ. που οδήγησε στην εξάλειψη τού number one αγαπημένου νεοελληνικού τσιτάτου, φρονώ ότι τού πρέπει ανδριάντας!
Τότε ακόμα δεν ήξερα από Φρόυντ και ψυχανάλυση για να αντιλαμβάνομαι τι περίπου συνέβαινε στο φυλλοκάρδι των ρητόρων που επικαλούνταν την χούντα και τους βούρδουλες, αλλά η ανατροφή μου - τουλάχιστον εκείνη από τα μαθήματα θεωρίας - μού υπαγόρευε να αποστρέφομαι τέτοιες ιδέες. Κάποιες φορές αποτολμούσα να μιλήσω και έφερνα αντιρρήσεις - υποθέτω κλισέ διατυπωμένες. Οι μεγάλοι, ανάλογα με το αν με έκαναν χάζι ή όχι, με αποτσίφνωναν περιμένοντας λίγο ή αμέσως. Το αποτσίφνωμα πάντως ήταν η τυποποιημένη διαδικασία.

Το ογκολιθικό επιχείρημα πάντως, που είχε γονατίσει την κρίση μου, ήταν το «Όλα τα δάκτυλά μας είναι ίσα; Έτσι δεν είμαστε και όλοι ίσοι». Σε αυτή την εμπνευσμένη μεταφορά (ή μήπως παρομοίωση;), η πρώτη πρόταση συνοδευόταν από ένα σύντομο τέντωμα των δακτύλων τής μίας παλάμης και επίδειξή τους, ενώ η δεύτερη πρόταση παρουσίαζε μικρές διαφορές από ομιλητή σε ομιλητή. Με αυτό το απόσταγμα σοφίας εγώ είχα βρει το μάστορή μου. Από τη μία πρέσβευε την ανισότητα - ανεπίτρεπτη αρχή για τον υπό επώαση ηθικό μου μικρόκοσμο, από την άλλη ήταν οδυνηρά ρεαλιστικό: τα δάκτυλά μας ΔΕΝ είναι ίσα... Πώς να το κάνουμε; Αφού υπάρχουν άνισα δάκτυλα, ίσως τελικά όντως υπάρχουν και άλλα άνισα πράγματα στον κόσμο. Να καταφύγω στο εύκολο «άλλο τα δάκτυλα, άλλο οι άνθρωποι», εκείνον το καιρό δεν έπειθε ούτε εμένα. Όπως ήταν αναμενόμενο, το σόφισμα ερχόταν κατά καιρούς στο μυαλό μου, χρειάστηκα χρόνια για να το καταρρίψω ικανοποιητικά και μερικά ακόμα για να πείσω τον εαυτό μου ότι το κατέρριψα.
Παρακολουθήστε λοιπόν, την περιπέτεια τής αφύπνισής μου:

Κάπου εκεί στην εφηβεία, που παίρνουμε κάποιες μεγάλες αποφάσεις, αποφάσισα (για μένα) ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. [«Και αρχηγός τού Σύμπαντος είμαι εγώ», βεβαίως -βεβαίως.] Ωστόσο, ακόμα χρειαζόμουν να επιλύσω το «λογικό παράδοξο» (πλέον) των άνισων δακτύλων.
Αποφάσισα λοιπόν ότι το επιχείρημα είναι παρελκυστικό. Αυτοί που το χρησιμοποιούν, στηρίζονται σε ένα γεγονός (την σωματική ανομοιομορφία) και μεταφέρουν αυθαίρετα την αλήθεια του σε κάτι τελείως διαφορετικό, σε μία κοινωνική επιλογή: την ανισότητα στα δικαιώματα.
Η ισότητα δεν έχει να κάνει με την ομοιότητα. Μπορούμε να ορίσουμε μυριάδες κλίμακες κατάταξης στις οποίες οι άνθρωποι θα κατανέμονταν από το ένα άκρο ως το άλλο. Έξυπνοι και κουτοί, όμορφοι και άσχημοι κ.λπ., με διάφορα κριτήρια κάθε φορά. Η ισότητα αφορά τα δικαιώματα. Τα δάκτυλά μας είναι ανόμοια (όπως υπάρχουν κοντοί και ψηλοί άνθρωποι) αλλά έχουν ίσα δικαιώματα να τρέφονται ικανοποιητικά από τον οργανισμό με βάση την ανάγκη τού καθενός τους. Αν ο οργανισμός πεινάσει, όλα τα δάκτυλα μαζί θα απισχναθούν και θα μαραζώσουν. Στο κάτω -κάτω η θρησκεία μας λέει για αυτό, διά στόματος Χριστού, «Αγαπάτε αλλήλους» και ο ορθολογικός υλισμός, διά πένας Μαρξ, «Από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του προς τον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».
Σκεφτείτε λίγο αυτή τη φράση σε σχέση με τα δάκτυλα! Ακόμα και αν θεωρείτε παρακατιανό το μικρό σας δακτυλάκι σε σχέση με το μεσαίο, ποτέ δεν θα τού δώσετε να κουβαλήσει βάρος μεγαλύτερο από όσο θα δώσετε στο μεσαίο. Μάλιστα όταν κουβαλάτε τη σακούλα με τα ψώνια, η παλάμη σας θα προσαρμοστεί έτσι, ώστε να μοιράσει άνισα το βάρος στα δάκτυλα ανάλογα με τις δυνατότητές τους. Και η καρδιά σας θα τους στείλει αίμα και οξυγόνο σε άνισες ποσότητες ανάλογα με τις ανάγκες τους. Όποιος θέλει λοιπόν να μεταφέρει την λειτουργία των δακτύλων στο επίπεδο τής κοινωνίας, οφείλει να αντιμετωπίσει με πολύ τακτ και ευαισθησία τους «άνισους αδύναμους» και να ΜΗΝ τους θεωρεί δούλους για φόρτωση. Και βέβαια ο άρρωστος και ο αδύναμος έχουν την μεγαλύτερη ανάγκη φροντίδας.

Όμως σε περίπτωση ανάγκης ο άνθρωπος προτιμάει να θυσιάσει πρώτα το μικρό του δάκτυλο - αν έχει την επιλογή - και μετά τα μεγαλύτερα. Οι
Γιακούζα όταν υποπίπτουν σε σφάλματα και επιθυμούν μετά να αποδείξουν υπακοή στο αφεντικό, κόβουν το μικρό δάκτυλο και τού το προσφέρουν. Σε περίπτωση υποτροπής συνεχίζουν με τα επόμενα. Άρα, τα δάκτυλα μπορούν να αξιολογηθούν σε μία κλίμακα χρησιμότητας. Μήπως υπάρχει ανάλογος κανόνας χρησιμότητας / ισότητας στους ανθρώπους;
Αφ εαυτού, όχι! Τα δάκτυλα είναι γενετικά προγραμματισμένα να διαφοροποιηθούν ώστε στο σύνολο να αποτελούν ένα βέλτιστο εργαλείο. Από την στιγμή που εδραιώθηκε μηχανισμός διαφοροποίησης τους, η ανάπτυξη των δακτύλων σε κάθε άνθρωπο είναι ντετερμινιστική. Όμως στους ανθρώπους, ως μέλη τής κοινωνίας, δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία. Αν αλλαχτούν μεταξύ τους τα βρέφη τού βασιλιά και τού ζητιάνου, καθένα απ’ αυτά, όταν μεγαλώσει, θα αναλάβει τον τελικό του ρόλο σαν να μην υπήρχε καμία προεπιλογή. Και ποτέ δεν ξέρουμε από τα πριν αν κρίσιμος στην Ιστορία θα είναι ο βασιλιάς ή ο ζητιάνος.
Ακόμα περισσότερο, αν τελικά για χρησιμοθηρικούς λόγους συνδέσουμε σε τρίπτυχο τα
ανομοιότητα -> διαφορετική χρησιμότητα -> ανισότητα,
η διαφορική ανάπτυξη που στα δάκτυλα τού καθενός συμβαίνει άπαξ, στη διαδοχή των ανθρώπινων γενεών δεν βρίσκει αντίκρυσμα: από τους καλύτερους γονείς μπορεί να προκύψουν τα χειρότερα παιδιά και το αντίθετο. Αυτό ισχύει από το καθαρό επίπεδο γενετικής έως το καθαρό επίπεδο ηθικής.
Αν, ντε και καλά, μία κοινωνία θέλει να αποδώσει βαθμούς δικαιωμάτων με βάση τα χαρακτηριστικά των μελών της, τότε οφείλει να δίνει τις ίδιες ευκαιρίες σε όλα τα μέλη ώστε να αναπτύξουν τα χαρακτηριστικά τους. Αλλιώς πολύ απλά, η κοινωνία αυτή είναι αναξιοκρατική. Είναι επίσης ταξική και κάποιες τάξεις της τις βολεύει να είναι έτσι.

Ωστόσο, πράγματι οι Γιακούζα ξεκινάν να θυσιάζουν τα δάκτυλά τους από το μικρότερο. Τι συμβαίνει λοιπόν;
Προφανώς σε περιόδους κρίσης ένας άνθρωπος θυσιάζει πρώτα αυτό που κατά τεκμήριο τού είναι το λιγότερο χρήσιμο. Προφανώς σε περιόδους κρίσης (πόλεμος, επιδημία...) μία κοινωνία αφήνει να επιβιώσουν όσοι μπορέσουν. Αν η κοινωνία προχωρήσει ενεργητικά σε θυσίες, τότε σημαίνει ότι η κρίση είναι πολύ μεγάλη ή ότι η κοινωνία είναι ολοκληρωτικά αυθαίρετη - η αγριότητά της δεν μπορεί να καλυφθεί από το άλλοθι των άνισων δακτύλων.
Στις καλές ημέρες όμως μία κοινωνία δεν δικαιούται να επικαλείται την θυσία και την εγκατάλειψη ως «φυσικούς νόμους». Η επιλογή τής διαδικασίας τού Καιάδα είναι μόνο μία (ιδεολογική) επιλογή, όχι αναγκαιότητα, όχι Νόμος και όχι χρήσιμη.

Και βέβαια σε κανονικές συνθήκες, ποτέ κανένας δεν θέλει να χάσει κανένα δάκτυλο. Το υγιές για έναν άνθρωπο δεν είναι να αναλώνεται στη σκέψη ότι τα δάκτυλά του είναι άνισα και ποιο είναι το πιο άχρηστο. Το υγιές είναι να αγαπάει όλα του τα δάκτυλα και να θέλει να είναι όλα καλά.

«Τα δάχτυλά σου είναι πέντε
Τα μέτρησες δέκα φορές.
Τα δάχτυλά σου είναι πέντε...»

Διάβασα το ποίημα «
Τα δεκατέσσερα παιδιά» τού Νικηφόρου Βρεττάκου, πρώτη φορά ως σχολικό ανάγνωσμα και το αναζήτησα μερικά χρόνια αργότερα. Ήξερα ότι με αυτό και μόνο κατείχα την «αίσθηση» τής απάντησης για το ευφυολόγημα των άνισων δακτύλων. Τα υπόλοιπα τα χρειαζόμουν για την εκλογίκευσή της.

Βέβαια, μπορεί κανείς να πει ότι τα παραπάνω εξετάζουν το θέμα από την πλευρά τού ανθρώπου που κοιτάει τα δάκτυλά του ή τής κοινωνίας που κοιτάει τα μέλη της. Για λόγους αντικειμενικότητας πρέπει να εξετάσουμε το θέμα και από την πλευρά των δακτύλων ή των ξεχωριστών ανθρώπων -μελών μιας κοινωνίας. Εκεί όμως νομίζω ότι τα πράγματα είναι ακόμα πιο ξεκάθαρα:
Σε κανονικές συνθήκες κανένα δάκτυλο και κανένας άνθρωπος δεν επιθυμεί να πονέσει ή να αδικηθεί, τουλάχιστον σε σχέση με τα άλλα δάκτυλα και τους ανθρώπους.
Με βάση το μέγεθός του και την ικανότητά του να βιώνει, κάθε δάκτυλο και κάθε άνθρωπος βιώνουν τον πόνο και την χαρά για τη ζωή σε πληρότητα. Όσο μπορεί ένα δάκτυλο - με βάση τις δυνατότητές του - να βιώσει τον κόσμο, θα το κάνει. Τα δάκτυλα όλων των ανθρώπων και ζώων που έζησαν στη Γη είναι ΙΣΑ σε βιωματικότητα.
Αν σε κάτι πρέπει να παροτρύνουμε τους ανθρώπους - διδασκόμενοι από τα δάκτυλά μας - είναι να βιώσουν την ζωή τους όσο μπορούν.

Λοιπόν αυτά περίπου σκεφτόμουν. Τα οποία είναι μεν πολύ ωραία, αλλά είναι πολύ... πολλά.
Απέναντι σε κάποιον που προσπαθεί να σε ταπώσει με ένα τσιτάτο τής συμφοράς, δεν έχεις ελπίδα αν αρχίσεις να αραδιάζεις επιχειρήματα. Θα σε κοιτάξει με οίκτο και ειρωνεία, η υπόλοιπη ομήγυρη θα σε δει με αμφιβολία, ο ρήτορας θα πάρει φόρα και μετά θριαμβευτικά θα σε ισοπεδώσει με ακόμα πιο ποταπές, μεγάλες αλήθειες...
Όχι σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεται άλλη τακτική, κάτι εξ ίσου σύντομο, ελαφρά δημαγωγικό, ελαφρά σουρεαλιστικό...
Μού ήρθε απλά, σχεδόν απρόκλητα, χρόνια μετά, μια ήσυχη αποκάλυψη, όπως συχνά συμβαίνει με θέματα που πολύ έχουμε παιδέψει στο μυαλό μας και σχεδόν παραιτηθεί από αυτά, αλλά εκείνα μάς ανταμείβουν εκ των υστέρων. Ανακουφίστηκα: «Α, αυτό ήταν!...»

Τα δάκτυλά μας είναι άνισα, αλλά είναι όλα το ίδιο ευτυχισμένα.



Η φωτογραφία τής ανάρτησης είναι από λεπτομέρεια αγάλματος τού Αuguste Rodin .

Το ζουμί αυτής τής ανάρτησης το εμπνεύστηκα το καλοκαίρι, φιλοξενούμενος στην Ικαρία από την οικογένεια ενός καλού φίλου. Την αφιερώνω λοιπόν σε εκείνους!

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2008

Ρομπότεν με μπότεν


Από τότε που ήλθαν οι Μπότεν,
όλα έγιναν φερμπότεν,
το ψωμί μας είν’ μπομπότεν
κι’ εμείς γίναμε ρομπότεν...
Αχ, ως μπότεν;...

Το παραπάνω πεντάστιχο το συνάντησα πρώτη φορά στο βιβλίο «Ανθολογημένα ανέκδοτα και χιούμορ» (Εκδόσεις Δημητρίου Δαρεμά, Αθήναι, 1962). Πριν από αυτό, το βιβλίο εξηγούσε:
«Οι πίκρες και τα βάσανα τής κατοχής δεν στερέψανε το χιούμορ των Ελλήνων. Και έτσι ένα πρωί οι Αθηναίοι διάβασαν γραμμένο σ’ ένα τοίχο:»...

Αμυδρά έχω την εντύπωση ότι ξανάκουσα για το ποιηματάκι από διαφορετική πηγή, κάπου στη δεκαετία τού ’90. Έτσι και αλλιώς είναι χαρακτηριστικό, το είχα απομνημονεύσει και κατά καιρούς το ανακαλούσα.
Τώρα που αναπτύχθηκε το Internet – και ότι θες και δεν θες βρίσκεις μέσα... – το αναζήτησα. Βρήκα δυο –τρεις παρόμοιες αναφορές. Ποτέ και πουθενά όμως δεν αναφέρονταν περισσότερες λεπτομέρειες. Πότε ακριβώς γράφτηκε, σε ποια συνοικία, κάποια φωτογραφία του ή πολύ περισσότερο, αν μετά την Κατοχή διεκδίκησε κάποιος την πατρότητά του. Αναρωτιέμαι σήμερα για την αυθεντικότητα τού ποιήματος.

Όπως ίσως και εσείς σκεφτήκατε, η λέξη που κυρίως το κάνει «ύποπο», είναι η λέξη «ρομπότεν». Πόσο γνωστή ήταν η
έννοια τού ρομπότ και η κουλτούρα της στην Αθήνα έως τον Οκτώβρη τού ’44, οπότε η πόλη απελευθερώθηκε; Robota στα τσέχικα σημαίνει «εργάτης» και την λέξη χρησιμοποίησαν πρώτη φορά οι αδερφοί Josef και Karel Čapek το 1921 για να δηλώσουν ένα μηχανικό ανθρωποειδές στην ταινία τους «Rossum's Universal Robots». Τα επόμενα 23 χρόνια, παρότι γυρίστηκαν αρκετές ταινίες και γράφηκαν αρκετά βιβλία φαντασίας που περιελάμβαναν μηχανικούς «ανθρώπους», σπάνια χρησιμοποιούσαν για αυτούς τη λέξη ρομπότ (βλ. εδώ). Ακόμα περισσότερο αμφιβάλλω αν τα βιβλία μεταφράστηκαν στα ελληνικά έως τον Οκτώβριο τού ’44 και αν οι ταινίες παίχτηκαν ολοσδιόλου στην Ελλάδα. Η μεγάλη έκρηξη στον τομέα έγινε το 1941, όταν ο Ισαάκ Ασίμωφ διατύπωσε τους τρεις νόμους τής Ρομποτικής και άρχισε να γράφει τα ρομποτικά του διηγήματα. Στα ελληνικά όμως μεταφράστηκαν πολύ αργότερα.
Η επόμενή μου κίνηση ήταν να το ψάξω... εκτός Internet.
Σε φωτογραφικές συλλογές και εκθέσεις δεν έχω δει φωτογραφία τού συνθήματος. Βέβαια, λίγα τέτοια ντοκουμέντα υπάρχουν, εξ αιτίας τής επικινδυνότητας αυτής τής φωτογράφησης. Άλλωστε αν υπήρχε φωτογραφία τοίχου με ένα τόσο «χαρωπό» αντιγερμανικό σύνθημα, θα ήταν διάσημη.
Ρώτησα συγγενείς μου που είχαν ζήσει ως παιδιά ή έφηβοι στην κατεχόμενη Αθήνα, πότε πρωτάκουσαν τη λέξη ρομπότ. Το νωρίτερο που μπορούσαν να προσδιορίσουν ήταν η δεκαετία τού ’60. Όμως το βιβλίο που πρωτανέφερα εκδόθηκε το ’62. Ακόμα και αν η ιστορία για το ποιηματάκι είναι φτιαχτή, το βιβλίο απευθυνόταν σε αναγνώστες εξοικιωμένους με την έννοια τού ρομπότ. Πρόκειται άλλωστε για βιβλίο «λαϊκής» κατανάλωσης. Άρα η έννοια θα πρέπει να έφτασε στο αθηναϊκό κοινό τουλάχιστον μέσα στη δεκαετία τού ’50. Ή μήπως έφτασε κάπου το ’60 αλλά έκανε πάταγο και διαδόθηκε τάχιστα; Όπως και να ‘ναι, φαίνεται ότι οι συγγενείς μου θυμούνται λάθος ή αργούσαν να μάθουν τους νεωτερισμούς.
Τους ρώτησα για το συγκεκριμένο πεντάστιχο. «Ούτε καν...», μού απάντησαν.
Θα μπορούσε βέβαια κάποιος που διέμενε στην Αθήνα στην Κατοχή, να έχει επαφή με την αλλοδαπή και να είχε μάθει τη λέξη ρομπότ. Αλλά να διακινδυνεύσει τη ζωή του για να γράψει ένα σύνθημα, το οποίο θα ήταν ημιακατανόητο στον πολύ κόσμο (μάλλον: στη συντριπτική πλειοψηφία τού κόσμου), είναι πολύ απίθανο.

Το δεύτερο γεγονός που κάνει απίθανη την χρήση τού τετράστιχου ως σύνθημα είναι το μέγεθός του. Οι άνθρωποι που έγραφαν τα αντικατοχικά συνθήματα ήταν πάντα βιαστικοί. Η κυκλοφορία τη νύχτα απαγορευόταν, οι Γερμανοι έκαναν περιπολίες και υπήρχε πάντα ο φόβος να τους δει και αναγνωρίσει κάποιος προδότης. Τα συνθήματα ήταν λακωνικά: «Έξω οι Γερμανοί», «Ελευθερία»...

Το τρίτο που δεν ταιριάζει είναι η ίδια η σκωπτικότητα τού πεντάστιχου. Όταν οι Ιταλοί επιτέθηκαν στην Ελλάδα και οι Έλληνες τους απώθησαν, έγιναν γιορτές και πανηγύρια - τουλάχιστον στα αστικά κέντρα – με αποκορύφωμα, ίσως, τις θεατρικές παραστάσεις τής
Βέμπο και τα διασκευασμένα πολεμικά τραγούδια. Αφότου όμως μπήκαν οι Γερμανοί και κυρίως μετά τον χειμώνα τού ’41, όπου οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα και το κρύο, το γέλιο κόπηκε. Ακόμα και αν δεκτούμε ότι υπήρχε κάποιος πεινασμένος αλλά αθεράπευτα πνευματώδης στιχοπλόκος, θα αποφάσιζε να απευθυνθεί στους ημιεξοντωμένους συμπολίτες του με ένα χιουμοριστικό ποιηματάκι;

Το βιβλίο που σάς ανέφερα είναι μία πλούσια συλλογή (περίπου 460 σελίδες) από μικρά κείμενα κωμικογράφων τού παλιού καιρού, Ελλήνων (Ψαθάς, Παπαδούκας, Σταμ, Κονδυλάκης, ...) και ξένων (Τουαίην, ντε Κομπρά...), ιστορικά «ανέκδοτα», απλά ανέκδοτα, κείμενα λαϊκής σοφίας και σοφίσματα καθώς και από γελοιογραφίες (σχεδόν όλες ανυπόγραφες). Περίπου στο πνεύμα τού περιοδικού «Τραστ τού γέλιου» (πόσοι το θυμάστε;) αλλά πιο προσεγμένο. Υποθέτω ότι οι εκδότες δεν θα έλεγχαν εξωνυχιστικά την αυθεντικότητα των «ιστορικών» κειμένων που συνέλλεξαν.

Το ποιηματάκι είναι πολύ εμπνευσμένο, αλλά εγώ έχω την υποψία ότι γράφτηκε αρκετά χρόνια μετά την Κατοχή και ακόμα περισσότερο ότι δεν γράφτηκε ως σύνθημα σε τοίχο.
Οπωσδήποτε το μήνυμά του είναι υπαρκτό:
Τα «μπότεν» και τα φερμπότεν πρέπει να είναι φερμπότεν.
Οι άνθρωποι και όλα τα ζωντανά δεν πρέπει ποτέ να γίνονται ρομπότεν.
Το καλαμποκόψωμο (το μπομπότεν) εμένα μού αρέσει, αλλά είναι μέσα στα καθήκοντά μας να φροντίζουμε από το τραπέζι κανενός να μην λείπει κανένα είδος ψωμιού.
Είθε!

Αν κάτι γνωρίζετε για το πεντάστιχο, γράψτε το, παρακαλώ, στα σχόλια. Και γράψτε φυσικά ούτως ή άλλως!


Τετάρτη 20 Αυγούστου 2008

Πανηγυρικά.


"Και το σύστημα διαιωνίζεται πανηγυρικά,
κλείνοντας τα αυτιά του
στα θλιμμένα ουρλιαχτά των παιδιών
που θρηνούν την χαμένη τους ύπαρξη
μέσα από την εμπορευματοποίηση τής άρνησής τους.

Καλή απαλλοτρίωση"

"Τι είναι τούτο;", θα αναρωτιέστε.
Λοιπόν, αυτό όπως το διαβάζετε, με την υπογραφή που διαβάζετε, το είχα δει γραμμένο πίσω από την πόρτα τουαλέτας τής υπαίθριας ντισκοτέκ "Βάτραχος" στην Κάρυστο, κάπου γύρω στο 1980.
Την μακρινή εκείνη εποχή εγώ ήμουν νέος και άγουρος (...) και είχα εκστασιαστεί όταν το είδα. Το τέλος, λίγο, δεν το καταλάβαινα, αλλά το σύνολο -ουάο, το ΣΥΝΟΛΟ! - ήταν σκέτη αποκάλυψη. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, θα άξιζε να είχα αγοράσει ολόκληρη την πόρτα - στον τρέχοντα αιώνα θα την εξέθετα σε μεταμεταμοντέρνες εκθέσεις - εκείνη όμως την εποχή απλά το αντέγραψα από φόβο μην το λησμονήσω. Αλλά πού τέτοιο πράγμα;
Από όσο ξέρω ο "Βάτραχος" έκλεισε, εγώ όμως ως τώρα θυμάμαι το σύνθημα τής πόρτας και το ανακαλώ ως αγαπημένο τσιτάτο. Αρχίζει αριστερίστικα, τελειώνει κομμουνιστικά και η υπογραφή αναρχίζει! La crème de la crème από τρία ρεύματα τής μεταπολίτευσης. Και πόσες φορές έχει επαληθευθεί...

Συνεχίζω πάντα να διαβάζω συνθήματα σε τοίχους, πόρτες, τζαμαρίες κ.λπ. και έχω διασταυρωθεί με μπόλικα καλά. Πιθανόν, σήμερα, το ίδιο πόνημα να μην μού έκανε τόση εντύπωση - είναι και εξεζητημένο -, αλλά πότε δεν συνάντησα κάτι που έστω να το πλησιάζει σε τουαλέτα! Άλλωστε είναι οι παιδικοί μας έρωτες που μάς σημαδεύουν περισσότερο, ε; (Ε;)
Έψαξα φυσικά στο Internetο μήπως το βρω ή μήπως βρω κάτι ανάλογο, ρώτησα φίλους, αλλά τίποτε. Σκέφτηκα λοιπόν ότι τού άξιζε να διασωθεί και μέσα από το νέο, οικουμενικό μέσο αλλοτρίωσης. Και συνέδεσα το παρελθόν (μου) με το παρόν, βάζοντάς το ως πρώτη ουσιαστικά ανάρτηση στο ιστολόγιο.
Αν ξέρετε πούθε κρατάει η σκούφια του, μοιραστείτε την γνώση σας μαζί μου!

Idom