Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

ΑΜΑΧΟΣ



Έχω πεθάνει δυο χιλιάδες έξι φορές
σε κάθε πόλεμο που έγινε με κυνηγούσανε ορδές
είμαι ο άμαχος που πάντα πεθαίνει,
πάντα φοβάται
πάντα με το ένα μάτι ανοιχτό κοιμάται
Είν' ο ρόλος που μου δόθηκε αυτός απ' το Θεό
να πεθαίνω για κάθε πόλεμό τους ιερό
έχω πεθάνει σε μία από τις σταυροφορίες
περάσαν από πάνω μου τρεις αυτοκρατορίες
θυμάμαι κι όσο θυμάμαι,
φοβάμαι τις νύχτες εκείνες
όταν μάτωναν τ' αυτιά σου απ' τις σειρήνες
και μετά μέσα στις γνώριμες κατακόμβες
κι από πάνω μου τόνοι από τσιμέντο και βόμβες
άκου να δεις,
εδώ κάτω δε ζητείται ελπίς
όταν θα ξαναγίνει πόλεμος πρέπει να σηκωθείς
για να πεθάνεις πάλι μονάχος κάποιο βράδυ
ήμουν παιδί όταν βομβάρδισαν το Βελιγράδι

Είμαι ο άμαχος που πάντα πεθαίνει,
πάντα φοβάται,
πάντα
με το ένα μάτι ανοιχτό κοιμάται πάντα,
πάντα πονά,
πάντα ξυπνά όταν πρέπει
και πεθαίνει πάλι αφού ο Θεός το επιτρέπει.

Είμαι ο άμαχος που πάντα πεθαίνει,
πάντα φοβάται,
πάντα
με το ένα μάτι ανοιχτό κοιμάται πάντα,
πάντα πονά,
πάντα ξυπνά όταν πρέπει
και πεθαίνει πάλι αφού ο Θεός το επιτρέπει.


Έχω πεθάνει στ' ολοκαύτωμα χωρίς να φταίω
αντί για δάκρυα βγαίνει αίμα απ' τα μάτια μου όταν κλαίω
ήμουν παιδί στη Παλαιστίνη τη νύχτα εκείνη
έγινα μάρτυρας γιατί τίποτα δεν μου 'χε μείνει
η ζωή μου στους αιώνες μοιάζει με ποίημα
με τη κοπέλα μου πέθανα αγκαλιά στη Χιροσίμα
ή στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν εντάξει
τουλάχιστον εσείς πουλάτε F-16
ήμουν Αρμένιος την ώρα που μας έσφαζε ο Κεμάλ
και μοναχός επί κουμμουνισμού κάπου στο Νεπάλ
και είπα όχι πάλι, όχι άλλο σκοτάδι
αφήστε με να κοιμηθώ λιγάκι για ένα βράδυ
Αύριο πάλι,
σε μία μάχη νέα
θα με ξυπνήσουν να πεθάνω στο Ιράν ή τη Κορέα
ειμ' ο άμαχος που πάντα πεθαίνει,
πάντα φοβάται
πάντα με το ένα μάτι ανοιχτό κοιμάται

Είμαι ο άμαχος που πάντα πεθαίνει,
πάντα φοβάται,
πάντα
με το ένα μάτι ανοιχτό κοιμάται πάντα,
πάντα πονά,
πάντα ξυπνά όταν πρέπει
και πεθαίνει πάλι αφού ο Θεός το επιτρέπει.

Είμαι ο άμαχος που πάντα πεθαίνει,
πάντα φοβάται,
πάντα
με το ένα μάτι ανοιχτό κοιμάται πάντα,
πάντα πονά,
πάντα ξυπνά όταν πρέπει
και πεθαίνει πάλι αφού ο Θεός το επιτρέπει.



"Άμαχος"
από το ραπ συγκρότημα "Στίχοιμα"



Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

Χάρης Κάππα


Πριν λίγο καιρό, ορμώμενος από μία ανάρτηση τού πανφίλτατου Β. (Ροβιθέ) (βλ. εδώ), είχα αναφέρει έναν αστειισμό τού Χάρη Κάππα (ξαναβλ. εδώ). Με αυτήν την ευκαιρία θέλω σήμερα να γράψω λίγα περισσότερα για εκείνον.

Ο Χάρης Κάππα ήταν περίπου ευθυμογράφος. Έγραφε κείμενα μικρά, αστεία και αυτοτελή, τα οποία κατά ομάδες υπάκουγαν σε ένα ανώτερο πλαίσιο μορφής ή θεματολογίας και τα έδενε σε βιβλία. Χρησιμοποιούσε στυλιζαρισμένα λόγια δημοτική ή πολύ απλοποιημένη καθαρεύουσα, δημιουργώντας έτσι την αίσθηση τού σοβαρού λόγου, τον οποίο όμως υπέσκαπτε παραθέτοντας συνέχεια είτε κραυγαλέα ναΐφ συλλογισμούς είτε παρελκυστικούς συλλογισμούς που κατέληγαν στο παράλογο.
Παρεμπιπτόντως, το φόρτε του - για τα δικά μου γούστα - ερχόταν όταν σατύριζε το στυλ άλλων κειμένων, δήθεν λαϊκών.
Το είδος αυτό του χιούμορ ελάχιστα εμφανίζεται σήμερα. Απαιτεί γνώσεις (εγκύκλεια παιδεία) τόσο εκ μέρους τού συγγραφέα, όσο και εκ μέρους των αναγνωστών, απαιτεί χρόνο ανάγνωσης και συνήθως είναι απλοϊκό. Το σημερινό χιούμορ είναι κατά πολύ πιο γρήγορο στηρίζεται δε κατά κύριο λόγο σε υπερδομές: σατυρίζει αστεία και μηχανισμούς τού χιούμορ των παλαιότερων γενεών.
Προσωπικά το χιούμορ τού Χ.Κ. με βρίσκει σύμφωνο και οπωσδήποτε με έχει επηρεάσει.

Το πρώτο βιβλίο του το διάβασα 20-25 χρόνια πριν. Ήταν το "Πώς είδε Αμερική & Ρωσία ο Χάρης Κάππα" με υποσημείωση "Δεν πήγε ποτέ του και στις δύο" (εκδόσεις "Εστία"). Πέντε χρόνια περίπου μετά διάβασα την δίτομη Μεγάλη μίνι εγκυκλοπαίδεια (εκδόσεις "Βασδέκης"). Αυτή η τελευταία ευτύχησε να δει τέσσερεις εκδόσεις στον πρώτο τόμο της (έως το 1979) και τρεις στον δεύτερο (έως το 1985). Ως συγγραφέας πάντως, ο Χ.Κ. δεν γνώρισε μεγάλη αναγνωσιμότητα, άλλωστε δεν ήταν αυτό το κύριο επάγγελμά του.

Με αφορμή την ανάρτηση τού Β., προσπάθησα να εντοπίσω αν κυκλοφορούν ακόμα βιβλία τού συγγραφέα. Έφτασα στο συμπέρασμα ότι είναι ημιεξαντλημένα, δηλαδή ίσως υπάρχουν κάποια ξεχασμένα αντίτυπα σε βιβλιοπωλεία, παλαιοβιβλιοπωλεία και στους εκδοτικούς οίκους που τα είχε εκδώσει.

Είμαι γενικά κατά τής πειρατίας και των χωρίς άδεια αναδημοσιεύσεων, ευελπιστώ όμως ότι αν παραθέσω ένα απόσπασμα τής δουλειάς του, ίσως ανάψω μία σπίθα για την επαναανακάλυψή του. Στο κάτω κάτω, αν οι χιλιάδες των αναγνωστών μου αναζητήσουν τα βιβλία του, θα υπάρξει επανέκδοση, έτσι δεν είναι;

Το παρακάτω παραθέτει ο Χάρης Κάππα ως παράδειγμα για το λήμμα Ωδή, στον 1ο τόμο τής Μεγάλης μίνι εγκυκλοπαίδειας. Θα το λέγαμε παρωδία τού ακριτικού τραγουδιού, αλλά προσέξτε τι ωραία που δένει δύο φορές το "σκούξιμο" κλείνοντας το μάτι στη μετάφραση τής Ιλιάδας από τον Κακριδή! Χώρια βέβαια, η εξαίρετη ανατομία ψυχής ενός "Ιππότη τής Ασφάλτου".
Το αυθεντικό κείμενο είναι φυσικά σε πολυτονικό, το οποίο δεν διατήρησα. Κατά τα άλλα, το διατήρησα στο ακέραιο κατά την αντιγραφή.





Ο ΓΙΩΤΑΧΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ

Διαβάτες μπάτε στις αυλές, κόρες κλείστε τις θύρες
πεζόστρατοι ανέμελοι τις δημοσιές αφίστε
και σείς μικρά παιδόπουλα κρυφτήτε μες τα σκίνα
'τι αύριο πούναι Κυριακή θα κλάψουν πάλι μάνες.

Τρία πουλάκια αμίλητα κάθονται στο κλαρί τους.
Τόνα κοιτάει στο βορρηά τ' άλλο κοιτάει στο νότο,
το τρίτο το μικρότερο μοιρολογά και κλαίει.
Κλαίει για νηους και παρθενιές, κλαίει για παιδιά και μάνες
οπ' αύριο πουρνό, πουρνό θα μακελαριστούνε.

Ο Κωσταντής ο Στραβονηός ο γυιος της κυρα - Λένης
πούχει το μάτι του ψαριού και τη φωνή κοράκου
τοιμάζεται από βραδύς για την Θεσσαλονίκη.

Βάνει τον χάρτη του μπροστά μετράει τις αποστάσεις
κι' απάνω πια μεσάνυχτα πέφτει να ξαποστάση

Η Κυριακή ξημέρωσε και τα πουλιά λαλούνε
πρωΐ - πρωΐ με το δροσό ο Κωνσταντής ξυπνάει
και βγάζειν άναρθρη σκουξιά ψιλήν ωσάν του κλάξου.

"Σύρε να δης ρε μάνα μου απ' το ψηλό το δώμα
και πες μου πόσοι περπατούν και πόσ' οδοιπορούνε
και αν είναι χίλιοι κι έκατό κάνε μου τον καφέ μου
κι' αν είν' χιλιάδες μόνο τρεις φέρε και παξιμάδια
κι' αν είναι περισσότεροι τοιμάστε τόχημά μου
και με βενζίνη περισσή γεμίστε τα μπιτόνια".

Κι ως τόπε το και γίνηκε κ' αυτοί 'ταν εξ χιλιάδες.
Ε, τότε πια ο Κωσταντής τελειώνει τον καφέ του
γλυκοφυλάει τη μάνα του κάνει και το σταυρό του
και βγάζειν άγρια σκουξιά όπ' έτριξαν τα τζάμια.

"Αλλοί σας μάνες και παιδιά. Αλλοί σας νηοί και γέροι
κι' αλλοί σου κόσμε που θαρρείς ότι θα μού ξεφύγης.
Μαυροφορέστε παρθενιές τους αγαπητικούς σας
και σεις νυφούλες εύμορφες μοιρολογήστε χήρες".

Ετούτα είπ' ο Κωνσταντής και σαν αητός χυμάει
κι' όπ' άκουστον αρρώστησε κι' όπ' είδε τον πεθαίνει,
τι' ο μακελάρης Κωνσταντής κανέναν δεν αφίνει.
Πατάει το γκάζι του βαθειά τον άνεμο προφταίνει
κι' αγκομαχάν τα λάστιχα κι' η μηχανή μουγκρίζει.
Τρέχουν οι ανθρώποι να σωθούν, τα ζωντανά λακίζουν
μα ο Κωνσταντής ελύσσαξε, κανείς δεν του γλυτώνει.

Στο πάε χίλιους έκοψε στο γύρνα δυό χιλιάδες
και στο καλό το γύρισμα έκοβε πια τροχαίους.

Αλλοί σου κόσμε άμοιρε τι σούμελε να πάθης
μα να ξεφύγης δεν μπορείς, να ζήσης δεν σ' αφίνει
τι ο Κωνσταντής δεν σταματά και μήτε ξαποσταίνει
πουρνό την άλλη Κυριακή ξεκίνησε για Πάτρα.


Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

Υπέρ συλλογικής ευθύνης λόγος


Ποιος να ’ν’ αυτός ο «Κύριος Κανείς»;
Χτες, σαν καθίσαμε να πιούμε τσάι,
μπράμ, να σου τον, ένα φλιτζάνι σπάει
και βρέχει το φουστάνι της Φανής,
ο σκανταλιάρης «Κύριος Κανείς».

Κι ύστερα τσίμπησε την άσπρη γάτα,
έσπασε και δυο τρία καλά πιάτα,
εζούληξε του Γιάγκου το καπέλο,
και ξέσκισε της Έλλης μας το βέλο,
και μούγκριζε φρικτά σαν Ερινύς,
ο πεισματάρης «Κύριος Κανείς».

Έχει, θαρρώ, κακήν ανατροφή,
γιατί έβαλε μες στον καφέ μου αλάτι,
και μου έμπηξε καρφίτσες στο κρεβάτι,
και στο σκαμνί του μπέμπη ένα καρφί,
κι ύστερα τον ρωτούσε «που πονείς;»
ο κατεργάρης «Κύριος Κανείς».

Ποιος να ’ναι; Μπα! κανείς μας δεν τον ξέρει,
κανείς μας δεν τον είδε πουθενά…
Μ’ αυτός τα παιχνιδάκια μας χαλνά,
κι έσπασε και της πλύσης το πανέρι.
Δεν είναι, φαίνεται, καθόλου ευγενής
αυτός ο μάγκας «Κύριος Κανείς».

Δεν τον γνωρίζουμε! Ορκιζόμαστε.
Μα η μητερούλα μας χαμογελά
και λέγει πως τον ξέρουμε καλά
και πως δεν πρέπει να κρυβόμαστε
και ψέματα να λέμε στους γονείς,
γιατ’ είμαστε όλοι εμείς ο «Κύριος Κανείς».

"Ο Κύριος Κανείς"
Νικόλαου Ποριώτη



Στους τελευταίους στίχους, εκεί που λέει "μητερούλα " και "γονείς", εγώ θα έβαζα "εαυτός" και "εαυτούλης".
Κατά τα άλλα προσυπογράφω.




Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Τά κηροπήγια



Ἄν εἶναι ἔξω ἤ μέσα μου ἡ νύχτα
τοῦ Ἀπρίλη, δέν ξέρω.

Θαρρεῖς πώς σαλεύουνε κρίνοι,
λευκοί, στόν ὁρίζοντα.

Πώς γιόμισε ἡ γῆς ὑψηλά
κηροπήγια ἄστρων.


Νικηφόρου Βρεττάκου
από την συλλογή "Ἡλιακός λύχνος"