Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Πετρούλες


"Κάθε αερόστατο έχει την ΠΕΤΡΟΥΛΑ που τού ταιριάζει..."
Αδερφοί Μονγκολφιέ

(... και εννοούσαν το ΕΡΜΑ)


Δεν ξέρω πώς τυχαίνει, αλλά τα περισσότερα βράδια που χρειάζεται να πάω στο πάρκινγκ, διακόπτω τον φύλακα από την τηλεθέαση ΤΗΣ Πετρούλας και πολύ τον στεναχωρώ.
ΠΟΛΥ περίπλοκες έχουν γίνει οι ανθρώπινες επαφές σήμερα...

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Χάρης Κάππα


Πριν λίγο καιρό, ορμώμενος από μία ανάρτηση τού πανφίλτατου Β. (Ροβιθέ) (βλ. εδώ), είχα αναφέρει έναν αστειισμό τού Χάρη Κάππα (ξαναβλ. εδώ). Με αυτήν την ευκαιρία θέλω σήμερα να γράψω λίγα περισσότερα για εκείνον.

Ο Χάρης Κάππα ήταν περίπου ευθυμογράφος. Έγραφε κείμενα μικρά, αστεία και αυτοτελή, τα οποία κατά ομάδες υπάκουγαν σε ένα ανώτερο πλαίσιο μορφής ή θεματολογίας και τα έδενε σε βιβλία. Χρησιμοποιούσε στυλιζαρισμένα λόγια δημοτική ή πολύ απλοποιημένη καθαρεύουσα, δημιουργώντας έτσι την αίσθηση τού σοβαρού λόγου, τον οποίο όμως υπέσκαπτε παραθέτοντας συνέχεια είτε κραυγαλέα ναΐφ συλλογισμούς είτε παρελκυστικούς συλλογισμούς που κατέληγαν στο παράλογο.
Παρεμπιπτόντως, το φόρτε του - για τα δικά μου γούστα - ερχόταν όταν σατύριζε το στυλ άλλων κειμένων, δήθεν λαϊκών.
Το είδος αυτό του χιούμορ ελάχιστα εμφανίζεται σήμερα. Απαιτεί γνώσεις (εγκύκλεια παιδεία) τόσο εκ μέρους τού συγγραφέα, όσο και εκ μέρους των αναγνωστών, απαιτεί χρόνο ανάγνωσης και συνήθως είναι απλοϊκό. Το σημερινό χιούμορ είναι κατά πολύ πιο γρήγορο στηρίζεται δε κατά κύριο λόγο σε υπερδομές: σατυρίζει αστεία και μηχανισμούς τού χιούμορ των παλαιότερων γενεών.
Προσωπικά το χιούμορ τού Χ.Κ. με βρίσκει σύμφωνο και οπωσδήποτε με έχει επηρεάσει.

Το πρώτο βιβλίο του το διάβασα 20-25 χρόνια πριν. Ήταν το "Πώς είδε Αμερική & Ρωσία ο Χάρης Κάππα" με υποσημείωση "Δεν πήγε ποτέ του και στις δύο" (εκδόσεις "Εστία"). Πέντε χρόνια περίπου μετά διάβασα την δίτομη Μεγάλη μίνι εγκυκλοπαίδεια (εκδόσεις "Βασδέκης"). Αυτή η τελευταία ευτύχησε να δει τέσσερεις εκδόσεις στον πρώτο τόμο της (έως το 1979) και τρεις στον δεύτερο (έως το 1985). Ως συγγραφέας πάντως, ο Χ.Κ. δεν γνώρισε μεγάλη αναγνωσιμότητα, άλλωστε δεν ήταν αυτό το κύριο επάγγελμά του.

Με αφορμή την ανάρτηση τού Β., προσπάθησα να εντοπίσω αν κυκλοφορούν ακόμα βιβλία τού συγγραφέα. Έφτασα στο συμπέρασμα ότι είναι ημιεξαντλημένα, δηλαδή ίσως υπάρχουν κάποια ξεχασμένα αντίτυπα σε βιβλιοπωλεία, παλαιοβιβλιοπωλεία και στους εκδοτικούς οίκους που τα είχε εκδώσει.

Είμαι γενικά κατά τής πειρατίας και των χωρίς άδεια αναδημοσιεύσεων, ευελπιστώ όμως ότι αν παραθέσω ένα απόσπασμα τής δουλειάς του, ίσως ανάψω μία σπίθα για την επαναανακάλυψή του. Στο κάτω κάτω, αν οι χιλιάδες των αναγνωστών μου αναζητήσουν τα βιβλία του, θα υπάρξει επανέκδοση, έτσι δεν είναι;

Το παρακάτω παραθέτει ο Χάρης Κάππα ως παράδειγμα για το λήμμα Ωδή, στον 1ο τόμο τής Μεγάλης μίνι εγκυκλοπαίδειας. Θα το λέγαμε παρωδία τού ακριτικού τραγουδιού, αλλά προσέξτε τι ωραία που δένει δύο φορές το "σκούξιμο" κλείνοντας το μάτι στη μετάφραση τής Ιλιάδας από τον Κακριδή! Χώρια βέβαια, η εξαίρετη ανατομία ψυχής ενός "Ιππότη τής Ασφάλτου".
Το αυθεντικό κείμενο είναι φυσικά σε πολυτονικό, το οποίο δεν διατήρησα. Κατά τα άλλα, το διατήρησα στο ακέραιο κατά την αντιγραφή.





Ο ΓΙΩΤΑΧΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ

Διαβάτες μπάτε στις αυλές, κόρες κλείστε τις θύρες
πεζόστρατοι ανέμελοι τις δημοσιές αφίστε
και σείς μικρά παιδόπουλα κρυφτήτε μες τα σκίνα
'τι αύριο πούναι Κυριακή θα κλάψουν πάλι μάνες.

Τρία πουλάκια αμίλητα κάθονται στο κλαρί τους.
Τόνα κοιτάει στο βορρηά τ' άλλο κοιτάει στο νότο,
το τρίτο το μικρότερο μοιρολογά και κλαίει.
Κλαίει για νηους και παρθενιές, κλαίει για παιδιά και μάνες
οπ' αύριο πουρνό, πουρνό θα μακελαριστούνε.

Ο Κωσταντής ο Στραβονηός ο γυιος της κυρα - Λένης
πούχει το μάτι του ψαριού και τη φωνή κοράκου
τοιμάζεται από βραδύς για την Θεσσαλονίκη.

Βάνει τον χάρτη του μπροστά μετράει τις αποστάσεις
κι' απάνω πια μεσάνυχτα πέφτει να ξαποστάση

Η Κυριακή ξημέρωσε και τα πουλιά λαλούνε
πρωΐ - πρωΐ με το δροσό ο Κωνσταντής ξυπνάει
και βγάζειν άναρθρη σκουξιά ψιλήν ωσάν του κλάξου.

"Σύρε να δης ρε μάνα μου απ' το ψηλό το δώμα
και πες μου πόσοι περπατούν και πόσ' οδοιπορούνε
και αν είναι χίλιοι κι έκατό κάνε μου τον καφέ μου
κι' αν είν' χιλιάδες μόνο τρεις φέρε και παξιμάδια
κι' αν είναι περισσότεροι τοιμάστε τόχημά μου
και με βενζίνη περισσή γεμίστε τα μπιτόνια".

Κι ως τόπε το και γίνηκε κ' αυτοί 'ταν εξ χιλιάδες.
Ε, τότε πια ο Κωσταντής τελειώνει τον καφέ του
γλυκοφυλάει τη μάνα του κάνει και το σταυρό του
και βγάζειν άγρια σκουξιά όπ' έτριξαν τα τζάμια.

"Αλλοί σας μάνες και παιδιά. Αλλοί σας νηοί και γέροι
κι' αλλοί σου κόσμε που θαρρείς ότι θα μού ξεφύγης.
Μαυροφορέστε παρθενιές τους αγαπητικούς σας
και σεις νυφούλες εύμορφες μοιρολογήστε χήρες".

Ετούτα είπ' ο Κωνσταντής και σαν αητός χυμάει
κι' όπ' άκουστον αρρώστησε κι' όπ' είδε τον πεθαίνει,
τι' ο μακελάρης Κωνσταντής κανέναν δεν αφίνει.
Πατάει το γκάζι του βαθειά τον άνεμο προφταίνει
κι' αγκομαχάν τα λάστιχα κι' η μηχανή μουγκρίζει.
Τρέχουν οι ανθρώποι να σωθούν, τα ζωντανά λακίζουν
μα ο Κωνσταντής ελύσσαξε, κανείς δεν του γλυτώνει.

Στο πάε χίλιους έκοψε στο γύρνα δυό χιλιάδες
και στο καλό το γύρισμα έκοβε πια τροχαίους.

Αλλοί σου κόσμε άμοιρε τι σούμελε να πάθης
μα να ξεφύγης δεν μπορείς, να ζήσης δεν σ' αφίνει
τι ο Κωνσταντής δεν σταματά και μήτε ξαποσταίνει
πουρνό την άλλη Κυριακή ξεκίνησε για Πάτρα.


Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Ο μικρός δραπέτης



Το 1968 παρουσιάστηκε η πρώτη ταινία τού Σταύρου Τσιώλη, ο Μικρός Δραπέτης (http://www.imdb.com/title/tt0264902/).

Στην ταινία, ο μικρός (13άχρονος;) Αλέξης το σκάει από το ορφανοτροφείο, όπου τον είχε κλείσει η κακιά γιαγιά του και προσπαθεί να βρει την μητέρα του. Στο δρόμο καταφεύγει σε μία αποθήκη, όπου τον ανακαλύπτει η μικρούλα κόρη (Μαρία) τού ιδιοκτήτη. Αν θυμάμαι καλά, στην σεκάνς τής πρώτης συνάντησής τους, ο Αλέξης απειλεί την Μαρία με ένα μπουκάλι γάλα, προτεταμένο σαν πιστόλι! Έπειτα, κάτι σαν ειδύλλιο πλέκεται ανάμεσα στα δύο πιτσιρίκια, με την μικρή να έχει μείνει έκθαμβη από τον μεγάλο και να τον βοηθάει (ντύνει, στολίζει, νοικοκυρεύει), κρυφά από τους πραγματικούς μεγάλους. Αν αυτό, εκείνα τα χρόνια ήταν ένα κλείσιμο ματιού στις αντιχουντικές δραστηριότητες, δεν το ξέρω.
Η ταινία είχε ημιχάππυ έντ: στο τέλος πιάνουν τον δραπέτη, αλλά έχει καλές πιθανότητες να πάει στην μάνα του και να τον βοηθήσει ο καλός μπαμπάς τής Μαρίας (νομίζω). Το σήμα κατατεθέν ήταν ότι η μικρούλα τον φώναζε «Αλιέξη», με πολύ αγαπησιάρικο τρόπο.

Είδα την ταινία χρόνια μετά στην τηλεόραση, σε ηλικία ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες και φυσικά μού άρεσε και με συγκίνησε.
Στον κινηματογράφο δεν έχω ακούσει αν ξαναπαίχτηκε. Μια δυο φορές παρατήρησα γνωστούς μου να χαριεντίζονται αναφωνώντας μεταξύ τους «Αλιέξη – Αλιέξη» (με ευμενή τρόπο), οπότε έμαθα ότι η ταινία παίχτηκε ξανά στην TV. Όσο για μένα δεν την είδα ποτέ πέρα από την πρώτη φορά.


Θυμήθηκα τα παραπάνω πριν λίγες ημέρες, που γιόρταζαν οι Αλέξανδροι και οι Αλεξάνδρες, μαζί και οι Αλέξηδες (ή Αλιέξηδες όταν τους αγαπάνε πολύ) και οι Αλεξίες - όσοι τουλάχιστον έχουν βγάλει το όνομα τους ως υποκοριστικό τού Αλέξανδρος - και θυμήθηκα τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, που πέρυσι τον Δεκέμβρη όλη η Ελλάδα, και άλλοι πέρα από την Ελλάδα, έμαθαν για εκείνον όταν τον σκότωσε ένας αστυνόμος, όχι σε καιρό χούντας αλλά σε καιρό ειρήνης (http://www.facebook.com/group.php?gid=62100298568).

Και θυμήθηκα τις φωτιές που ανάψανε στα blogs και στις πόλεις εκείνες τις ημέρες.
Και που τις «έσβησαν» τώρα οι καινούργιες πυρκαγιές στην Αττική και αλλού.
(Και πάμε για νέους θριάμβους πλησίστιοι.)

Και αναρωτιέμαι πόσο ΠΟΛΥ, να θυμούνταν τον Αλέξη οι φίλοι του πριν λίγες ημέρες στην γιορτή του, και πόσο πολύ θα τους φαίνεται πια φυσιολογικό, ότι τον κόσμο γύρω μας τον τυλίγουν κάθε μερικούς μήνες οι φλόγες...