Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Σκηνή 6η: Το πηγάδι των προσευχών

[ ... συνέχεια από ανάρτηση τής 10ης Νοεμβρίου.]




ΔΙΑΣ: Πέρασε όμως η ώρα. Πρέπει να σας αφήσω.
ΑΡΤΕΜΗ: Άμα περνάς καλά δεν καταλαβαίνεις πόσο γρήγορα φεύγει ο χρόνος.
ΕΣΤΙΑ: Είναι οι χαρές τής οικογένειας που σε κάνουν να ξεχνιέσαι.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Δεν φωνάζουμε και τις χορεύτριες;
ΔΙΑΣ: Μείνετε εσείς αν θέλετε. Εγώ έχω να εργαστώ.
ΗΡΑ: Έλα βρε Ζήνο μου. Τι εργασία έχεις τώρα;
ΔΙΑΣ: Είναι η ώρα να ακούσω τις προσευχές των πιστών μου.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Μεσημεριάτικα;
ΔΙΑΣ: Αυτή την ώρα προσεύχονται οι πιο πεινασμένοι. Όταν σηκώνονται από το λιγοστό μεσημεριανό φαγητό…
ΑΡΗΣ: Ναι, αλλά οι πιο πεινασμένοι, τι προσφορές να σου κάνουν;
ΗΡΑ: Κάτσε, Ζήνο, να τους ακούσεις εδώ μαζί μας! Να, θα ανοίξουμε αυτό το πηγάδι των ακροάσεων.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Ναι, ναι, καλή ιδέα!
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Έχει γούστο να ακούς τις προσευχές των ανθρώπων, με συντροφιά.
ΑΡΤΕΜΗ: Έλα μπαμπά, μείνε μαζί μας.
ΔΙΑΣ: Καλά, εσείς δικές σας προσευχές δεν έχετε να ακούσετε;
ΘΕΟΙ: (Γέλια) Ουου! / Από προσευχές άλλο τίποτα. / Καλέ, ποιος κάθεται να ακούσει προσευχές μετά το φαγητό; / Βαραίνει (κτυπάει την κοιλιά του).
ΑΡΗΣ: Το πολύ να παρακολουθήσω καμία σπονδή.
ΔΙΑΣ: Παρακαλώ, να μην παραμελείτε τα καθήκοντά σας. Οι άνθρωποι προσεύχονται όλη την ημέρα και ένα από τα έργα μας είναι να τους ακούμε.
ΘΕΟΙ: Α, βέβαια. / Τους ακούμε / Τους φροντίζουμε τους ανθρώπους. / Ουου!… / Αλίμονο.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Ευκαιρία, Δία, να ακούσουμε όλοι μεσημβρινές προσευχές.
ΗΡΑ: Και αν θες μπορούμε να σε βοηθούμε λιγουλάκι με συμβουλές.
ΔΙΑΣ: Δεν θέλω συμβουλές.
ΗΡΑ: Όχου, βρε Ζήνο. Πολύ σοβαρά τα παίρνεις τα πράγματα.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Μπορούμε να τους σκαρώσουμε και καμιά φάρσα, όλοι μαζί.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Και θα σού φανεί πιο ξεκούραστη η δουλειά.
ΔΙΑΣ: Η δουλειά είναι δουλειά.
ΗΡΑ: Αχ, βρε Δία! (Στους άλλους) δεν ξέρετε πόσο εργασιομανής έχει γίνει! Άνοιξε από ένα πηγάδι ακροάσεων σε κάθε δωμάτιο! Και στη αίθουσα ακροάσεων έβαλε τον Ήφαιστο να τού φτιάξει τρίτο.
ΑΘΗΝΑ: Είναι και άκομψα αυτά τα πηγάδια.
ΕΣΤΙΑ: Καλέ, ανοικονόμητα!…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Πονηρά) έβαλε και στο δωμάτιο, που ακόμα και ο Δίας πάει μόνος του;
ΗΡΑ: Καλέ, Ποσειδώνα, μην κοροϊδεύεις! Ξέρεις τι είναι να ζεις με τρύπες σε όλα σου τα πατώματα;!
ΗΒΗ: (Μόνη της θλιμμένα) δυσκολεύει και το σφουγγάρισμα…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Εγώ έχω τρία μόνο σε όλο μου το παλάτι. Στα ταβάνια βέβαια! Το ένα το έφτιαξα ειδικά για την Αμφιτρίτη.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Σιγά) μήπως από ‘κει στάζει;
ΗΡΑ: Καλέ, εγώ τον παρακαλάω να κλείσει αυτό, που μου άνοιξε στην κρεβατοκάμαρά μας!…
ΕΣΤΙΑ: Η αλήθεια είναι ότι είναι μεγάλη ευκολία να μην χρειάζεται να τρέχεις σε άλλο δωμάτιο, αν ξαφνικά σού προσευχηθεί ένας πιστός.
ΗΡΑ: Μα, αγάπη μου, δεν χρειάζεται να ακούς όλες τις επικλίσεις.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Στην Άρτεμη) καημένη Εστία! Δεν την επικαλούνται συχνά οι βρωτοί.
ΑΡΤΕΜΗ: Ου, τι λες; Οι γυναίκες;! Κάθε μέρα. Όταν τους καίγεται το φαγητό, όταν ξενοκοιμάται ο άντρας τους…
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Νόμιζα ότι γι αυτό, κατέφευγαν στην Ήρα!…
ΑΘΗΝΑ: (Στην Εστία) έχεις πηγάδι ακροάσεων στην κουζίνα;
ΕΣΤΙΑ: Έχει. Είναι μικρό όμως. Δεν ακούγεται καλά.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Είναι δύσκολο το σημείο τής κουζίνας, Εστία. Δεν πιάνει τους νότιους ναούς, γιατί υψώνεται η Όσσα ανάμεσα… Το έχω συνδέσει με το κεντρικό πηγάδι ακροάσεων και από εκεί γίνεται εκτροπή επίκλισης.
ΔΙΑΣ: Α, κανάγια! Κάτι τέτοια κάνεις και μπλέκονται οι επικλίσεις! Εκτές μία γυναίκα με παρακαλούσε να τής πω, πότε να βγάλει το σουφλέ από το φούρνο.
ΕΣΤΙΑ: Πω, πω! Για μένα θα ήταν. Και τι τής είπες, Δία;
ΔΙΑΣ: Τής τό ‘κλεισα!
ΕΣΤΙΑ: Την καημένη!
ΑΡΗΣ: (Γελάει) και μένα μού είχε συμβεί μία φορά. Ήταν επίκλιση για την Αφροδίτη και πέρασε από λάθος στο δικό μου πηγάδι. Ήταν μια νιόπαντρη πολύ μπερδεμένη και ήθελε οδηγίες να ψήσει το παστίτσιο.
ΕΣΤΙΑ: Και τι τής είπες;
ΑΡΗΣ: Τής είπα να τ’ αφήσει μία ώρα ακόμα στο φούρνο. Μετά κάθισα πάνω από το σπίτι της και μύριζα την ωραία τσίκνα τού καμένου!…

Μερικοί γελάνε.

ΗΡΑ: Παλιόπαιδο!
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Τού δίνει μία τσιμπιά) άθλιε. Και αφού ξέρεις πόσο σπάνια μού ζητάν οδηγίες για μαγειρική!
ΔΗΜΗΤΡΑ: Εσείς οι άντρες κι όταν μεγαλώσετε, παιδιά μένετε.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Στον Άρη, σιγά) σού έχω ζητήσει να μην λες αυτή την ιστορία.

Ο Άρης τη φιλάει.

ΑΘΗΝΑ: (Θορυβημένη στον Ερμή) δηλαδή τώρα, όλες οι προσευχές έρχονται μέσω των τοπικών ναών;
ΕΡΜΗΣ: (Σιγά) σκατά, τα ‘χει κάνει και με τις επικοινωνίες, ο Ήφαιστος. Σκέψου να είχαμε και ‘κείνες τις περίεργες συσκευές που έχει προφητεύσει ο Απόλλωνας… – Δεν κατάλαβα. Ρώτησέ τον!
ΑΘΗΝΑ: Εγώ δεν τού μιλάω αυτουνού!
ΑΡΗΣ: (Στον Ήφαιστο γελώντας) ωραίο θα ήταν να έφτιαχνες μεταφερόμενα πηγάδια επικλίσεων.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Πώς δηλαδή, μεταφερόμενα;
ΑΡΗΣ: Ξέρω ‘γω; Να, να είναι ένα μικρό πράγμα σαν πηγαδάκι και να μπορείς να το πηγαίνεις από δωμάτιο σε δωμάτιο.
ΕΡΜΗΣ: Δηλαδή, να έχουμε ανοιχτές τις τρύπες στα δωμάτια και να εφαρμόζουμε επάνω το μηχανισμό τού πηγαδιού;
ΗΡΑ: Άμα, έχεις τις τρύπες, τότε δεν γλυτώνεις τίποτε.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Καλέ θα πέφταμε μέσα, αν είχαμε τρύπες ανοιχτές στα πατώματα.
ΔΗΜΗΤΡΑ: Χρήσιμο θα ήταν να υπήρχε συσκευή που να μην χρειαζόταν τρύπες στο σπίτι.
ΑΡΗΣ: Ναι, αυτό εννοούσα. Τι λες Ήφαιστε; Μπορείς να φτιάξεις κάτι τέτοιο;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Ιδού η πρόκληση!
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Χμμ… Πρέπει να μ’αφήσετε να το σκεφτώ. Ένα πηγαδάκι ακροάσεων που θα το μεταφέρεις στη ζώνη σου και δεν θα χρειάζεται εγκατάσταση. Μπορούμε να το ονομάσουμε «κινητό»!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Α, ωραία! Όνομα βρήκαμε!
ΔΙΑΣ: Μα τώρα, τι λέτε όλοι σας; Αν δεν υπάρχουν τρύπες, πώς θα φτάνει η τσίκνα από τις θυσίες;
ΗΡΑ: Σωστά! Πρέπει να φτάνει και η τσίκνα!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Και να γίνονται σωστές οι εκτροπές τσίκνας.
ΕΡΜΗΣ: (Στον Απόλλωνα, αστειευόμενος) τσιγκούνη!
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Δώστε μου λίγο χρόνο και θα το μελετήσω. Θα σας καταπλήξω!
ΕΡΜΗΣ: Αμάν!
ΔΗΜΗΤΡΑ: (Συμβουλευτικά στον Ήφαιστο) κοίταξε πρώτα τη ζυγαριά των Κηρών!
ΔΙΑΣ: Λοιπόν, τώρα εγώ σας αφήνω. (Κάνει να σηκωθεί.)
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αφού είπαμε ότι θα ακούσεις παρέα μας, τις προσευχές.
ΔΙΑΣ: Εσείς το είπατε! Δεν γίνετε όμως. Αυτές οι προσευχές είναι ιδιωτικές.
ΗΡΑ: Ιδιωτικές;
ΔΙΑΣ: Ιδιωτικές. Σε μένα απευθύνονται.
ΗΡΑ: Ε, και; Μυστικά, σού λένε;
ΔΙΑΣ: Τι μυστικά; Οι γνωστές ικεσίες των ανθρώπων…
ΗΡΑ: Ε, τότε γιατί δεν κάνει να ακούσουμε;
ΔΙΑΣ: Είναι ζήτημα τάξης. Δεν επιτρέπεται. Το επαγγελματικό απόρρητο…
ΗΡΑ: Είμαι γυναίκα σου και έχω δικαίωμα να ξέρω!
ΔΙΑΣ: Τι να ξέρεις καλέ; (Η Ήρα γυρνάει το κεφάλι της πεισματωμένη προς την άλλη μεριά.) (Στον Ποσειδώνα) δεν την αντέχω άλλο πια!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Έλα, έλα. Αδερφή σου είναι…
ΔΙΑΣ: (Στην Ήρα) δεν μού λες, εγώ ακούω τις προσευχές που είναι για ‘σένα;
ΗΡΑ: Δεν μού το ζήτησες.
ΔΙΑΣ: (Μεγαλόπρεπα) βέβαια, σε κανέναν δεν το ζητάω, γιατί μετά θα με κατηγορούσατε για τύραννο.
ΗΡΑ: Ασ’ τα αυτά, Δία. Πες μου, έχεις να κρύψεις πράγματα που σου λένε οι θνητοί, από εμάς;
ΔΙΑΣ: Μα τι λες τώρα; Μη διαστρεβλώνεις αυτά που είπα. Και από πότε άρχισες να ενδιαφέρεσαι, για το τι μου λένε οι θνητοί;
ΗΡΑ: Από όταν άρχισες εσύ να κυνηγάς τις θνητές…
ΔΙΑΣ: Ω, κοίτα τι θυμήθηκε τώρα…
ΗΡΑ: Λοιπόν, ετοιμάζεις πάλι τις ίδιες ιστορίες;
ΔΙΑΣ: Ήρα…
ΗΡΑ: (Έτοιμη να κλάψει) καλά, λοιπόν. Μπράβο! Πήγαινε ν’ ακούσεις τι σου λένε από το πηγάδι σου! Και να δεις! Οι τσούλες… (Απειλητικά) αλλά θα τα πούμε εμείς από την καλή, το βράδυ.
ΔΙΑΣ: (Μένει σύξυλος. Μετά τραβάει τα μαλλιά του) Δία μου!
ΔΗΜΗΤΡΑ: (Χαμηλόφωνα) ο Δίας επικαλείται τον εαυτό του;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Τι να κάνει; Αφού δεν έχει ανώτερο.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Στην Ήρα) αδερφούλα μου, ησύχασε! Όλοι εδώ ξέρουμε ότι έδωσες τους καλύτερους αιώνες τής ζωής σου για το βασιλέα μας!

Ο Δίας τον κοιτάει αποσβωλωμένος.

ΗΡΑ: (Μισοκλαίγοντας) εμ, βέβαια. Πάντα εγώ τού στεκόμουνα… Αμ, δεν φταίει άλλος. Μου το ‘λεγε η μανούλα μου…
ΔΙΑΣ: Τι σου ‘λεγε η μαμά; - αφού… (ο Ποσειδώνας τον συγκρατεί.)
ΗΡΑ: Άφησέ με! Δεν θα σου ξαναμιλήσω για μισό φεγγάρι!

Ο Ποσειδώνας χαμογελάει πλατιά! Η Αφροδίτη αγκαλιάζει παρηγορητικά την Ήρα. Οι υπόλοιποι σχολιάζουν με βλέμματα και νοήματα.

ΔΙΑΣ: (Στον Ποσειδώνα, σιγά) εσένα τώρα, τι σού ‘ρθε;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Σιγά) βρε κουτέ… σε γλύτωσα από δύο εβδομάδων κρεβατομουρμούρα.

Ο Δίας μπερδεύεται. Προσπαθεί να αποφασίσει αν ο Ποσειδώνας βοήθησε ή όχι. Η Ήρα συνεχίζει τους θεατρινισμούς.

ΔΙΑΣ: (Στην Ήρα) ωραία, ωραία! Θα το ανοίξω εδώ το πηγάδι, μαζί με όλους σας, για να ακούσεις τα μεγάλα μυστικά που μου λένε οι άνθρωποι! Ας συγυρίσουμε όμως τουλάχιστον το τραπέζι. Εστία, καλή μου…
ΗΡΑ: (Μισοκλαίγοντας) ναι, τώρα…

Η Εστία κάνει νόημα στην Ήβη. Η Ήβη σηκώνεται και κτυπάει τα χέρια της προς την κουζίνα. Έρχονται υπηρέτες. Η Ήβη τούς κάνει νόημα και εκείνοι με σβελτάδα, ενώ εξελίσσεται η σκηνή, μαζεύουν το τραπέζι. Αφήνουν τα τραπεζομάντιλα και φέρνουν καινούργια ποτήρια για το νέκταρ και το νερό, κανάτες με νερό και κρυστάλλινα δοχεία με ξηρούς καρπούς. Καθαρίζουν επίσης όπου χρειάζεται.

ΔΙΑΣ: (Κροταλίζει τα δάκτυλα. Φωνάζει) ωτακουστή!

Μπαίνει ο ωτακουστής. Φοράει στολή και στη μέση του κρέμονται δύο μεγάλα χωνιά, μία βεντάλια και ένα ραντιστήρι.

ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Μάλιστα, αφέντη!
ΔΙΑΣ: Άνοιξε παιδί μου το πηγάδι. Θα λάβω εδώ τις σημερινές επικλίσεις.
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Μάλιστα, κύριε!
ΑΡΤΕΜΗ: (Στον Απόλλωνα) α, ωραία.
ΕΡΜΗΣ: (Στην Αθηνά) στοίχημα ότι θα βαρεθούμε.

Η Ήβη κάθεται ξανά στη θέση της. Ο ωτακουστής φτάνει στο πηγάδι και αφαιρεί το σκέπασμα. Γονατίζει, κουνάει το χέρι του σαν για να διώξει κάποια άχνα. Σκύβει, αφουγκράζεται, βγάζει το μεγάλο χωνί από τη ζώνη του, το κολλάει στο αυτί του και το στρέφει προς διάφορες κατευθύνσεις μέσα στο πηγάδι.

ΔΙΑΣ: Μπορείς να αρχίσεις όταν είσαι έτοιμος, ωτακουστή.
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Μάλιστα, δεσπότη! (Αφήνει το μεγάλο χωνί. Βγάζει το μικρό, το προσαρμόζει στο ρουθούνι του και οσμίζεται ένα –γύρω μέσα στο πηγάδι.) Από τσίκνα δεν έρχεται τίποτα, πάνσεπτε!… Α, κάτι ακούω από τη Βοιωτία. (Ξαναβάζει στο αυτί, το μεγάλο χωνί.) Είναι ο γεωργός, ο Πολυκλής, γυιος τού Πηλοπόδη από τον Ορχομενό, που προσεύχεται σε ‘σένα.
ΔΙΑΣ: Και τι λέει;
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Επικαλείται το όνομά σου, Δία. Ξανά. Λέει ότι είναι ένας φτωχός, τίμιος γεωργός. Από παιδί αυτό το επάγγελμα έκανε και έτσι ζει την οικογένειά του. Κάθε μέρα έπαιρνε το βόδι του και όργωνε το χωράφι του. Το βόδι είναι κληρονομιά από τον θείο του, τον Πιοτίνο, χρειάστηκε όμως δίκη για να το αποκτήσει, γιατί ο προκομμένος θείος, είχε αφήσει σε χρεόγραφο όλο το κοπάδι του σε έναν ξάδερφο – τον Φαγανέα – που τον κέρδιζε συνέχεια στην πεσσεία. Ευτυχώς, η θεία, η Ξυλοπλάστη, παρενέβει και έπεισε το δικαστήριο ότι ο άντρας της είχε ήδη γράψει το βόδι στο όνομα τού ανιψιού της, πριν συνταχθεί το χρεόγραφο. Η σύνθεση τού δικαστηρίου ήταν…
ΔΙΑΣ: (Ανυπόμονα) πάρα –κάτω.
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: (Μικρή παύση) Ύστερα ο ξάδερφος έκανε έφεση για πλαστογράφηση τής ημερομηνίας τής διαθήκης, η οποία και εκκρεμεί. Όπως και να ‘ναι, σήμερα το πρωί, το βόδι ψόφησε και τώρα ο Φαγανέας θα ζητάει αποζημίωση από πάνω. Αυτό δεν ανησυχεί τον Πολυκλή, γιατί ξέρει ότι είναι αθώος και την δίκη θα την κερδίσει. Τρομάζει όμως, γιατί χωρίς βόδι, δεν μπορεί πια να οργώνει και πώς να θρέψει τα παιδιά του, τον Κλινόμακτρο και την Σταμνιδαία…
ΔΙΑΣ: Δεν χρειάζομαι άλλα ονόματα. Να τα παραλείπεις!
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Μάλιστα, υπερουράνιε! … και… και πώς θα σκορπίζει κριθάρι με κρασί στο χώμα για ‘σένα, ω Δία και για τη Δήμητρα; Για τη γυναίκα του, την… , δεν τον νοιάζει τόσο, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτή θα πάει στον πεθερό του και εκείνος θα στείλει τον πετυχημένο, λελέ κουνιάδο του και θα τού προτείνουν να τού δανείσουν ένα ταύρο, αν τους βάλει υποθήκη το χωράφι του…
ΔΙΑΣ: Χμμμ…
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Κλαίει και οδύρεται, ιερότατε και λέει, «ω, τι κακό που με βρήκε» και σου ζητάει να θυμηθείς ότι πάντα ήταν ευσεβής προς εσένα και σε μακάριζε. Δείχνει ακόμα το γείτονά του, τον… - συγνώμη -, ο οποίος έχει και εκείνος ένα βόδι και ζει την οικογένειά του σαν γεωργός και σήμερα που ξύπνησαν, το δικό του βόδι είναι μια χαρά και τώρα ο γείτονας οργώνει, ενώ τού Πολυκλή το βόδι είναι με τα πόδια πάνω. Υποσημειώνει ακόμα ότι το βόδι του, ο γείτονας, το πήρε από…
ΔΙΑΣ: Αρκεί! Δεν θέλω να μάθω. (Θυμηδία από όλους τους θεούς.) Και τι ζητάει τώρα, ο Πολυκλής;
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: (Μικρή, αμήχανη παύση καθώς περιμένει τη φλυαρία τού Πολυκλή.) Σου ζητάει, ω πατέρα, ένα καινούργιο βόδι!

Όλοι γελάνε.

ΘΕΟΙ εκτός ΔΙΑ, ΗΡΑΣ και ΗΒΗΣ: Αυτό ήταν όλο; / Ναι, ναι! / Να τού το δώσουμε / Α, βέβαια. / Δίκιο έχει. / Καημένος Πολυκλής. / Χα, χα! / Καημένος Δίας. / Και να τού πάρουμε τη λαλιά. / Καλέ, αυτός θα διέπρεπε στην εκκλησία τού δήμου. / Και θα κέρδιζε πολλά βόδια! / Εγώ νόμιζα ότι θα ζητούσε τριήρη! / Χι, χι! / Έτσι κάνει πάντα; / Τέτοια ευφράδεια πρέπει να ανταμειφθεί.
ΔΙΑΣ: Εντάξει, εντάξει. Θα το έχει το βόδι του.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Στον Απόλλωνα) ίσως και μία λαρυγγίτιδα! (Όλοι γελάνε.)
ΔΙΑΣ: Ερμή, σημείωσε ένα ακμαίο βόδι για τον Πολυκλή και θύμισέ το στο γραμματέα μου, αύριο πριν πάει για τις εξωτερικές διεκπεραιώσεις.
ΕΡΜΗΣ: Μάλιστα, αρχηγέ. (Σημειώνει στο μπλοκάκι του.)
ΔΙΑΣ: (Στον ωτακουστή) κλείσ’ τον αυτόν. Τον επόμενο.
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Μάλιστα, παμμέγιστε. (Ψάχνει εναλλακτικά με τα δύο χωνιά.)
ΔΙΑΣ: (Στην Ήρα που ακόμα σκουπίζει τα μάτια της.) Έλα καλή μου, αφού το ακούς ότι άδικα έγινε όλη η παρεξήγηση. Μην κλαις άλλο. Θα αρχίσει να βρέχει στη γη.
ΗΡΑ: Και; Φοβάσαι μη βραχούν οι αγαπημένοι σου υπήκοοι;
ΔΙΑΣ: Όχι, βέβαια…
ΔΗΜΗΤΡΑ: Η βροχή από τα δάκρυα μιας θεάς είναι η πιο ξεδιψαστική για τους αγρούς…
ΕΣΤΙΑ: … μετά τα άνθη γίνονται μεγάλα σαν τα κεφαλάκια των μωρών και πιο λαμπερά από ποτέ…
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: … και στολίζουν μ’ αυτά οι Νύμφες, τα μαλλιά και τα στήθη τους!
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Και τα εσπεριδοειδή αποκτούν άλλο άρωμα!…
ΑΡΤΕΜΗ: (Στο ίδιο ονειροπόλο ύφος) κι αν τύχει και βρέξει στην πόλη αντί σε αγρό, γίνεται πλημμύρα μεγάλη και πνίγονται νιες και ορφανά!

Όλοι γυρίζουν και κοιτάνε την Άρτεμη. Εκείνη τους χαμογελάει αμήχανα.

ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Εμμ… Πάνσοφε, πιάνω κάτι από την Κόρινθο… (Οι θεοί σιωπούν και προσέχουν.) Είναι η Αδιφάγη, μια νέα κοπέλα. Βρίσκεται στην παρθενική της κλίνη. Βλέπω ότι φοράει έναν αραχνοΰφαντο χιτώνα. Στο παραγώνι καίνε αρωματικά φυτά. (Κουνάει τη βεντάλια για να πάει η μυρωδιά προς το Δία. Η Ήρα όλο και εξαγριώνεται, ο Δίας όλο και καταρρέει.)
ΔΙΑΣ: Χμμμ…
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Επικαλείται το όνομά σου, ω Δία. Λέει ότι μόνο εσένα λατρεύει, ότι μόνο εσύ κυβερνάς τη σκέψη της και έφτασε η ώρα να ενωθεί μαζί σου. (Οι άλλοι θεοί κρατάνε τα γέλια τους.) Τώρα λύνει τις πόρπες τού χιτώνα της (βάζει το χωνί στο μάτι του και σκύβει), ζητάει να παρουσιαστείς μπροστά της σαν λευκός ταύρος, (με έξαψη) τώρα τραβάει το ύφασμα…
ΔΙΑΣ: Φτάνει, φτάνει! Κλείσ’ την, την ανόητη!

Ο Ωτακουστής πετάγεται, χάνει την ισορροπία του, κουνάει τα χέρια και πέφτει μέσα στο πηγάδι.

ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Ααααα… (η φωνή του σβήνει).
ΗΡΑ: Ω, Θέμιδα και Μνημοσύνη, κοιτάξτε μοίρα σκληρή που μού έλαχε να υπομένω.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: (Σιγά) αμάν, ώρα είναι να κουβαληθούν αυτές οι δύο.
ΔΙΑΣ: (Στην Ήρα) μα τι λες τώρα; Μία ανόητη παιδούλα ήτανε…
ΗΡΑ: Ααα!…
ΔΙΑΣ: Ξέρεις πόσες τέτοιες ακούω κάθε εβδομάδα; (Ο Ποσειδώνας τον σκουντάει.)
ΗΡΑ: (Πέφτει με αναφιλυτά στην αγκαλιά τής Αφροδίτης.) Και καμαρώνει ο αγροίκος.
ΔΙΑΣ: Δεν καμαρώνω! Απλώς το λέω επειδή συμβαίνει. Ούτε σημαίνει ότι εγώ ενδίδω σε όλες αυτές. (Ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας και ο Ερμής σκεπάζουν τα μάτια τους.)
ΗΡΑ: Μπουχούου! (Κλαίει.) Σε πόσες ενδίδεις;
ΔΙΑΣ: Μα;!… Σε καμία.

Ο Ερμής πνίγει ένα γέλιο.

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αδερφή μου, επίτρεψέ μου να πω, ότι σε αυτή την περίπτωση ο Δίας δεν έχει αναγκαστικά άδικο. Όλους εμάς τους μεγάλους θεούς, μάς προσκαλούν οι νέες στα όνειρά τους και στον ξύπνιο τους, όσο είναι ακόμα άμυαλες και άπειρες από τη ζωή…
ΗΡΑ: Και γιατί δεν τις κεραυνοβολείτε;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Αρχόντισσα των θεών, αυτό και αν θα επέφερε συρρίκνωση τού πληθυσμού των ανθρώπων. Ποια παιδούλα δεν έχει ξεγελάσει κάποτε τον εαυτό της, ότι είναι άξια για το χάδι ενός θεού;
ΔΗΜΗΤΡΑ: Και ποιο παλληκάρι δεν πόθησε κάποτε ανδρεία τόση, που να τον κάνει άξιο να κρατήσει το χέρι μίας θεάς;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Αυτοί να προσέξουνε μην τους πάρει ο Πλούτωνας!… (Δίας και Απόλλωνας τού δίνουνε ταυτόχρονα από μία σκουντιά.)
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Ε, βέβαια μητέρα. Έτσι έχουν πλαστεί οι θνητοί. Να ζητούν περισσότερα από όσα αξίζουν.
ΑΘΗΝΑ: Γι αυτό όμως προοδεύουν κιόλας.
ΕΡΜΗΣ: Ίσως να είναι ένας από τους μικρούς λόγους, που λιγάκι τους αγαπάμε.
ΑΡΗΣ: Πράγματι, και εγώ όταν επέτρεπε ο πατέρας να εμφανιζόμαστε ελεύθερα μεταξύ των ανθρώπων, έπεφτα θύμα των αδηφάγων διαθέσεων των κοριτσόπουλων. Ορμούσαν επάνω μου και προσπαθούσαν να ξηλώσουν κομματάκια από την πανοπλία μου.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Μουρμουρίζει) για φυλαχτά σίγουρα…
ΗΡΑ: (Στον Άρη) και ερχόσουν πάντα στο σπίτι με σχισμένα ρούχα.
ΑΡΗΣ: Ε, μαμά…

Η Αφροδίτη τυλίγει στοργικά με το αριστερό χέρι, το κεφάλι τής Ήρας. Με το δεξί δίνει μία κατραπακιά στον Άρη.

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Και σε εμένα! Όποτε με συναντούσε κάποια κοπελούδα, με ικέτευε πρώτα να τής απαγγείλω ποίηση! (Στον εαυτό του μουρμουρίζοντας) έχω απαγγείλει ποίηση, εγώ!
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Και μένα! Όλες οι μικρές γοργόνες τρέχουν πίσω από το άρμα μου και φυλάνε τον αφρό σε φιαλίδιο για να λούζουν μετά… τα λέπια τους.
ΕΡΜΗΣ: Και εμένα, όταν γινόμουν ορατός, μου ζητούσαν συμβουλές για το χρηματιστήριο και τα ταξίδια.

Η Αθηνά που άκουγε τους άλλους με περιφρόνηση, στρέφεται στον Ερμή έκπληκτη.

ΑΘΗΝΑ: Αφού δεν φτιάχθηκε ακόμα χρηματιστήριο. (Ο Ερμής σηκώνει απολογητικά τους ώμους.)
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Από εμένα ζητάνε πυροτεχνήματα για να διασκεδάζουν και συνταγές μαγειρικής…

Όλες οι θεές κοιτούν τους θεούς περιφρονητικά.

ΗΡΑ: (Αναφιλητό.) Όλοι οι άντρες ίδιοι είστε!
ΔΙΑΣ: Α, σε παρακαλώ τώρα. Μιλάς σε θεούς. Μη μας κατηγορείς για ανθρώπινες ιδιότητες.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Και μόνο τις θεές αγαπάμε. Στ’ αλήθεια!

Οι άρρενες θεοί κοιτάζονται και μετά κουνάνε επιβεβαιωτικά τα κεφάλια.

ΔΗΜΗΤΡΑ: (Στον Ήφαιστο) σου ζητάνε συνταγές μαγειρικής;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Ω, ναι. Ησυχία δεν έβρισκα. Έφτιαξα λοιπόν ένα ομοίωμά μου – χωρίς τη γενειάδα (δείχνει τα γένια του) – και το έστειλα στη γη, να παραδίδει δημόσια μαθήματα μαγειρικής.
ΔΗΜΗΤΡΑ: Καλά το σκέφτηκες.
ΔΙΑΣ: (Μόνος του) ορίστε. Έχασα και έναν υπηρέτη. Σε περίοδο έλλειψης προσωπικού!

Ο Δίας κτυπάει τα δάκτυλα προς την κεντρική είσοδο. Μπαίνει ο διαβιβαστής. Αρχίζει παντομίμα.

ΔΙΑΣ: (Τον κόβει.) Δεν φώναξα εσένα παιδί μου. Ωτακουστή ζήτησα.
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Κάνει παντομίμα.)
ΔΙΑΣ: Το ξέρω ότι ήταν εδώ ένας παιδί μου. Στείλε έναν φρέσκο.
ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΣ: (Κάνει παντομίμα και βγαίνει.)
ΗΡΑ: Δεν θέλω ν’ ακούσω άλλα.
ΔΙΑΣ: Α, όχι! Πριν φαγώθηκες να ακούσεις. Τώρα θα μείνεις για να δεις μέχρι τέλους, τι ωραία που είναι.
ΗΡΑ: (Αναφιλητό.)
ΕΣΤΙΑ: Ήρα, καλή μου δέσποινα, μην αφήνεις ένα τυχαίο, άτυχο περιστατικό να ρίχνει θλιβερή σκιά πάνω από το τραπέζι μας. Άκουσες ότι ο πατέρας μας είχε καλές εξηγήσεις…
ΗΡΑ: Ου, από δικαιολογίες αυτός και εξηγήσεις… Τις έχει πλάσει…
ΔΙΑΣ: Ααα… (Διακόπτει γιατί μπαίνει ο καινούργιος ωτακουστής.)

Ο καινούργιος ωτακουστής έχει ίδιο παρουσιαστικό και φοράει ίδια στολή με τον προηγούμενο και κουβαλάει ίδιο εξοπλισμό. Ρίχνει ολόγυρα μία ανήσυχη ματιά.

ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Μάλιστα, αφέντη.
ΔΙΑΣ: Ωτακουστή, έχω μερικές επικλίσεις ακόμα να ακούσω. Πέρασέ τες μου.
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Μάλιστα, κύριε.

Η Αφροδίτη, εδώ και λίγη ώρα, κοιτάει με σκεφτικό βλέμμα, τη Δήμητρα και τον Ήφαιστο.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Σιγά στον Άρη) αγάπη, γιατί κάνει τόσες γαλιφιές, ο Ήφαιστος στη Δήμητρα;
ΑΡΗΣ: (Σηκώνει τους ώμους. Γυρίζει στην Αθηνά) Γιατί κάνουν τόσες γλύκες ο Ήφαιστος και η Δήμητρα;

Η Αθηνά σηκώνει τους ώμους.

ΑΡΗΣ: (Στην Αφροδίτη) εσένα τι σε νοιάζει, μωρό μου;
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Αδιάφορα) ω!

Ο Άρης περνάει το χέρι του γύρω από τους ώμους τής Αφροδίτης. Στο αναμετάξυ ο Ωτακουστής πηγαίνει στο πηγάδι. Γονατίζει, καθαρίζει την άχνα με το χέρι του. Μυρίζει με το ένα χωνί, ακούει με το άλλο.

ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Υπάρχει ήδη μία γραμμή ανοικτή, δεσπότη, αλλά είναι για τον Απόλλωνα.
ΔΙΑΣ: Για τον Απόλλωνα;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: ;… (Γνέφει ότι δεν καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται. Κάνει νόημα στον ωτακουστή να μιλήσει.)
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Είναι μία νέα κοπέλα από την Κόρινθο, ω θείε Απόλλωνα και τσεβδίζει ότι εσύ κυβερνάς τη σκέψη της και έφτασε η ώρα να ενωθεί μαζί σου και να τής διαβάσεις ποίηση…

Πάταγος από γέλια από όλους τους θεούς (και την Ήβη) εκτός από την Ήρα.

ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Στα πόδια της έχει έναν κουβαριασμένο, αραχνοΰφαντο χιτώνα…
ΔΙΑΣ: (Γελάει. Στον ωτακουστή) κλείσ’ την, κλείσ’ την!
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Κάνει και αυτός νόημα στον ωτακουστή να κλείσει τη «σύνδεση».)
ΑΘΗΝΑ: (Μουρμουρίζει) άκουσα καλά; Είπε και αυτός, «αραχνοΰφαντο»;
ΕΡΜΗΣ: Έλα βρε Αθηνά! Άσε πια ήσυχη την Αράχνη!

Ο Ωτακουστής έχει βγάλει το ραντιστήρι και ψεκάζει πάνω από το πηγάδι για να διώξει την προηγούμενη μυρωδιά. Στο αναμεταξύ ο Απόλλωνας έβγαλε με τρόπο ένα σημειωματάριο και σημείωσε βιαστικά κάτι κοιτώντας το πηγάδι.

ΔΙΑΣ: Επόμενη κλίση!
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Μάλιστα, ω Δία! (Ψάχνει.)
ΑΘΗΝΑ: (Στον Ερμή) πότε έγιναν ζευγάρι, η Δήμητρα με τον Ήφαιστο;
ΕΡΜΗΣ: Έγιναν ζευγάρι η Δήμητρα με τον Ήφαιστο;

Στο αναμεταξύ σιγά –σιγά η Ήρα συνέρχεται.

ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Ένας ξυλοκόπος από τη Φωκίδα, ω ιερότατε! Κλαίει δίπλα στο γαϊδούρι του που ψόφησε σήμερα το πρωί. Λέει ότι κάθε μέρα το φόρτωνε ξύλα που τα έκοβε στο δάσος και ζούσε έτσι την οικογένειά του. Τώρα η οικογένειά του θα πεινάσει. Κοιτάει με λαχτάρα, το γαϊδουράκι τού γείτονα που σήμερα ξύπνησε ακμαίο όπως κάθε πρωινό…
ΔΙΑΣ: Και τι ζητάει τώρα, ωτακουστή;
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Σε παρακαλεί, υπερουράνιε, να τού χαρίσεις έναν καινούργιο γάιδαρο.
ΟΛΟΙ: Α, ναι, βέβαια. / Γιατί όχι; / Δίκαιο αίτημα. / Άξιος! / Τίμιος άνθρωπος. / Πρέπει να αμειφθεί. / Να τού δώσουμε το γαϊδούρι. / Και ήταν υπόδειγμα συντομίας… / … και σαφήνειας. / Όχι σαν τον άλλο, τον Πολυκλή…
ΔΙΑΣ: Εντάξει, εντάξει. Θα τον έχει τον όνο του. Ερμή, σημείωσέ το και αυτό για αύριο!
ΕΡΜΗΣ: (Βγάζει το μπλοκάκι.) Εμ, σε ποιανού το όνομα να το καταχωρήσω, ω Δία;
ΔΙΑΣ: Ωτακουστή;!
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Παμμέγιστε, ο άνθρωπος αυτός δεν είπε το όνομά του.
ΔΙΑΣ: Δεν το είπε;
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Όχι, υπέρλαμπρε.

Γενική αμηχανία.

ΔΙΑΣ: (Ξεφυσάει.) Άντε πάλι! Γνωρίζει κανένας αυτόν τον άνθρωπο; (Όλοι κουνούν αρνητικά τους ώμους.) Ερμή, εσύ;
ΕΡΜΗΣ: Όχι, πατέρα…
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Καλά, μα τον Κόττο, δεν έχει ξαναπροσευχηθεί αυτός;
ΔΗΜΗΤΡΑ: Προφανώς, δεν καλεί τους θεούς του για ματαιότητες.
ΔΙΑΣ: Και σας έχω πει τόσες φορές, να λέτε στους ναούς σας, να λένε στους πιστούς να αναφέρουν το όνομά τους πριν και μετά από κάθε προσευχή!
ΗΡΑ: Ε! (Δείχνει με το χέρι της, τον ίδιο το Δία.)
ΔΙΑΣ: Εντάξει, εντάξει. Αυτή τη φορά, ένας δικός μου ξαστόχησε.
ΕΣΤΙΑ: Το κάνουν από ταπεινότητα, ω Δία, να μην αναφέρουν το όνομά τους.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Λες και εμείς πρέπει να τους ξέρουμε έναν προς έναν, Εστία…
ΔΙΑΣ: Ερμή, εσύ που έχεις πάρε –δώσε με ξυλοκόπους, φρόντισε να έχεις τα αυτιά σου ανοικτά για αυτόν. Ή όταν τού κόψει να ξαναπροσευχηθεί, δες ποιος είναι και κάνε τα δέοντα.
ΕΡΜΗΣ: Πάρε –δώσε με ξυλοκόπους, εγώ;
ΑΡΗΣ: Εσύ δεν έδωσες εκείνο το χρυσό και το αργυρό τσεκούρι στον άλλο ξυλοκόπο;
ΕΡΜΗΣ: Άντε πάλι! Δεν ήταν χρυσό και αργυρό, σάς έχω πει! Ο Αίσωπος ότι ήθελε διηγότανε. Βαμμένα χρυσαφί και ασημί ήταν μόνο.

Θυμηδία από μερικούς και απορία από άλλους.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Χα, χα, τον ξεγέλασες τον άνθρωπο.
ΑΡΗΣ: Απατεώνας κανονικός.
ΕΡΜΗΣ: Καλά, ήταν ποτέ δυνατό, να δώσω ολόκληρο χρυσό τσεκούρι σε έναν πάμφτωχο άνθρωπο; Πρώτον: που να το βρω τόσο χρυσάφι; Δεύτερον: αν έκανα τέτοια, θα ‘ρχότανε τα πάνω –κάτω, η τιμή τού χρυσού. Τρίτον: ο άνθρωπος θα καταστρεφόταν, ασυνήθιστος με τόσο πλούτο ξαφνικά στα χέρια του.
ΔΙΑΣ: Τέλος πάντων.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Τέλος πάντων, εγώ λέω όσους κάνουνε ανώνυμες ικεσίες να τους αγνοούμε για να μάθουνε. Δεν θα τρέχουμε από πίσω τους τώρα.
ΔΙΑΣ: Όχι, όχι, γιατί μετά θα πάρουν το πάνω χέρι οι μεμψίμοιροι, εκείνοι που όλη μέρα μυκτηρίζουν για το ίδιο πράγμα και λένε το όνομά τους συνέχεια…
ΑΘΗΝΑ: Πράγματι…
ΕΡΜΗΣ: Λοιπόν, εγώ το σημειώνω… (Σημειώνει στο μπλοκάκι.)
ΔΙΑΣ: Ωραία. (Στον ωτακουστή) η επόμενη.
ΗΡΑ: Τσίκνα, δεν είχε καθόλου αυτός;
ΔΙΑΣ: Τι τσίκνα ήθελες να ‘χει, φτωχός βιοπαλαιστής;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Γελώντας) θα μπορούσε να κάψει θάμνους τής περιοχής…

Η Άρτεμη αγριοκοιτάζει τον Ήφαιστο. Ο Δίας κάνει νόημα στον ωτακουστή να συνεχίσει.

ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Μάλιστα διαυγέστατε! (Καθαρίζει και ψάχνει.)
ΕΡΜΗΣ: (Στην Εστία) λες να κρατήσει καιρό, η σχέση τού Ήφαιστου με τη Δήμητρα; (Η Εστία πέφτει από τα σύννεφα. Σηκώνει τους ώμους της. Ο Ερμής στρέφεται προς την Αθηνά και τής γνέφει ελαφρά προς τη Δήμητρα και τον Ήφαιστο. Σιγά) ίσως να μην είναι αυτό που νομίζεις. Ίσως θέλουν να επαναδιαπραγματευτούν τις περιοχές τους στη Σικελία.

ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Μα, εκεί κάτω… νομίζω ότι βλέπω τον συνάδερφό μου, ω υπεροχότατε!
ΔΙΑΣ: Ναι, ναι. Εργατικό ατύχημα ήταν… Πρόσεχε, μη γλιστρήσεις και ‘συ.
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Ό,τι πείτε, υπερηχητικότατε. (Συνεχίζει το ψάξιμο.)

Ο Ποσειδώνας πέφτει σε κατάθλιψη.

ΔΙΑΣ: (Κουνάει το δάκτυλο προς τον Ήφαιστο) έι, εσύ! Δεν μου λες. Όταν αυτός (δείχνει τον ωτακουστή) φτάνει στο «υπεροχότατε» μετά δεν πρέπει να ξαναρχίζει από την αρχή;
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: (Κουνάει τα χέρια αδύναμα και συμφωνεί με το κεφάλι.) Έι, ωτακουστή.
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Μάλιστα…
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Μηδένισε τη λίστα με τις προσφωνήσεις!
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: (Πιέζει με το δάκτυλο, ένα σημείο στο στήθος του.) Μάλιστα. (Συνεχίζει να ψάχνει.)
ΑΘΗΝΑ: (Στον Άρη) ίσως ετοιμάζει ο Ήφαιστος κάποιο πατατράκ στην Αίτνα και θέλει να την έχει από κοντά.
ΑΡΗΣ: ;…
ΑΘΗΝΑ: Τη Δήμητρα!
ΑΡΗΣ: (Γνέφει: «α!»)
ΔΙΑΣ: (Στον Ποσειδώνα) εσύ τι έπαθες;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Θυμήθηκα τα δελφίνια… τόση ώρα έσπαγα το κεφάλι μου. Έχουν και τέταρτο αίτημα. Κάτι που έχει σχέση με το «εργατικό ατύχημα» που είπες πριν… Δεν το έχω καλοκαταλάβει…
ΔΙΑΣ: Καλά… Σαν να μου φαίνεται ότι δίκιο είχε ο Απόλλωνας…
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Υπάρχει μία επίκλιση από την Αθήνα, αφέντη. Και έχει και τσίκνα… (Ανεμίζει με τη βεντάλια προς το μέρος τού Δία.) Είναι ο φυσιοδίφης Μαντεψίας από μία στοά επιστημόνων στην Αθήνα…
ΔΙΑΣ: (Μουρμουρίζει) αυτοί είναι οι χειρότεροι…
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Οσμίζεται) μα τι είδους τσίκνα είναι αυτή;
ΗΡΑ: Πράγματι…
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Συκωτάκια πουλιών!

Ο Δίας γνέφει ερωτηματικά στον ωτακουστή.

ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: (Κοιτάει μέσα στο πηγάδι.) Έχει θυσιάσει έναν κόκορα, κύριε!

Γέλια.

ΔΙΑΣ: Σας τό ‘πα, είναι οι χειρότεροι…
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Πάντως πλούσιοι δεν είναι.

Η Αθηνά δυσανασχετεί.

ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: … λέει ότι είναι ένας άοκνος, ολιγαρκής ερευνητής, δεσπότη. Όλες τις μέρες τού χρόνου μελετάει τα θαύματα τού κόσμου, που η σοφία σου έπλασε, ω Δία. Και είχε για βοηθό σε αυτό το μεγαλόπνοο έργο, έναν ποστντόκ…
ΔΗΜΗΤΡΑ: Δία μου!
ΗΡΑ: Έναν τι;
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Να τα μας!…
ΑΘΗΝΑ: (Παρεμβαίνει) είναι ένας βαθμός για τους βοηθούς επιστημόνων. Είναι πρώην δούλοι ερευνητές, που πρόσφατα απελευθερώθηκαν και προσπαθούν να ορθοποδήσουν.
ΔΗΜΗΤΡΑ: Πα, πα, πα…
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Τι κακόηχη λέξη.
ΑΘΗΝΑ: Τού συρμού είναι. Μην ανησυχείτε, θα την ξεχάσουν σε λίγα χρόνια.

Ο Δίας κάνει νόημα στον ωτακουστή.

ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Σήμερα το πρωί όμως, ο ποσντόκ του ψόφησε, ω Δία. Αντίθετα, ο ποστντόκ τού φυσιοδίφη Μαγειρίδη, στην απέναντι στοά, χαίρει άκρας υγείας.
ΗΦΑΙΣΤΟΣ: Α, τον ξέρω τον φυσιοδίφη Μαγειρίδη! (Οι άλλοι τον κοιτούν επιτιμητικά.)
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: … Τώρα, ο Μαντεψίας φοβάται ότι ο Μαγειρίδης θα τον προλάβει και θα κάνει πρώτος, ανακοινώσεις στην Πνύκα στην επόμενη συνεδρία τής συντεχνίας τους…
ΔΙΑΣ: Χμμμ…
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Τώρα, ιερότατε, ο Μαντεψίας ανακατεύει τα σπλάχνα αυτού τού υπέροχου κόκορα και αναρωτιέται αν το έργο του θα προλάβει να ολοκληρωθεί για να σε τιμά στους αιώνες, ω Δία!
ΔΙΑΣ: Χμμμ… Και τι ζητάει;
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Να ψοφήσει και ο ποστντοκ τού Μαγειρίδη, υπερουράνιε!

Οι θεοί συμφωνούν με ενθουσιασμό.

ΘΕΟΙ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑ: Ναι, ναι! / Μπράβο, μπράβο! / Εύγε! / Άξιος. / Να ψοφήσει! (Χειροκροτήματα.)
ΔΙΑΣ: (Τους κόβει) μα τι λέτε; Είστε καλά; Παρακαλάει για το κακό ενός συνανθρώπου του και τον επιβραβεύεται;!
ΘΕΟΙ εκτός τού ΔΙΑ: (Μουδιασμένα) αα… / Α, ναι, δεν το σκέφτηκα. / Κοίτα πώς μας παρέσυρε! / Γιατί όχι; / Μας διέφυγε… / Πολύ πονηρός αυτός ο Μαντεψίας! / Σοφιστής σκέτος!
ΔΙΑΣ: (Μουρμουρίζει μόνος του) να χαρώ εγώ, συναδέρφους που έχω… (Δυνατά) για σωπάστε!
ΑΡΗΣ: Πώς να σωπάσουμε, πατέρα; Τόλμησε να ζητήσει από ‘σένα τέτοιο πράγμα…
ΔΙΑΣ: Άρη, σταμάτα…
ΗΡΑ: Εδώ που τα λέμε, πράγματι. Έκανε και παράκαμψη ιεραρχίας. Έπρεπε πρώτα να απευθυνθεί στην Αθηνά.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: (Ειρωνικά) ήτανε θέμα ζωής ή θανάτου…
ΑΡΤΕΜΗ: Και πήγε στο Δία μ’ ένα τόσο δα κοτοπουλάκι!…
ΔΙΑΣ: (Στον Ωτακουστή) τι άλλο λέει αυτός, παιδί μου;
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Δεν λέει τίποτε άλλο παμμέγιστε! (Κοιτάζει) ξεκοκκαλίζει τώρα τον κόκορα!
ΔΙΑΣ: Κλείσ’ τον! Και θα ρίχνω χαλάζι πάνω στη στοά του, τρεις ημέρες!
ΑΘΗΝΑ: Θα πρέπει πάντως να σας θυμίσω ότι οι ερευνητές και οι σοφοί έχουν μικρά έσοδα.
ΔΗΜΗΤΡΑ: Στην Αθήνα τού Περικλή;
ΑΘΗΝΑ: Σε σχέση με τους τεχνίτες και τους καλλιτέχνες παίρνουν ψιχία.
ΔΙΑΣ: Αυτός δεν είναι λόγος για να ‘λληλοσφάζονται… Ωτακουστή, έχει τίποτε ακόμα;
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: (Ραντίζει πάνω από το πηγάδι και μετά ψάχνει.) Αναζητώ, υπέρλαμπρε… Μμμ… όχι, μόνο ο συνηθισμένος θόρυβος… «Δία μου, η μέση μου», «Δία μου, τι λέει ετούτος;», «Δία μου, το ξέχασα…», «μα τον Δία, αν σου λέω ψέματα, να μου μεγαλώσει η μύτη…», «Δία μου, ζέστη!», «Δία μου, τι όμορφος που είσαι!»…
ΗΡΑ: (Τον κόβει. Φωνάζει) ποια τού το είπε αυτό;
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Όχι, δεν το είπε στο Δία. Μία νιόπαντρη είναι και το είπε στον άντρα της. Το «Δία μου» ήταν απλά επιφώνημα.

Ο Δίας κοιτάει όσο μπορεί πιο ειρωνικά την Ήρα. Εκείνη απαξιεί.

ΑΘΗΝΑ: (Σιγά στον Ερμή) εσύ έλεγες ότι θα βαρεθούμε;
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: … Να συνεχίσω, διαυγέστατε;
ΔΙΑΣ: Όχι, παιδί μου. Αρκετά άκουσα. Κλείσε το πηγάδι και θα συνεχίσουμε το βράδυ.
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Όπως επιθυμείτε υπεροχότατε.

Ο ωτακουστής σφραγίζει προσεκτικά το πηγάδι. Ο Δίας τον παρακολουθεί σκεφτικός.

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Τελικά, δεν ήταν και τόσες πολλές οι προσευχές.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ: Φταίει η ώρα. Το βράδυ δεν τους προλαβαίνουμε.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Σε εσάς, Ποσειδώνα, στη θάλασσα, πότε έρχονται οι περισσότερες επικλίσεις;
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Α, όλη την ημέρα από καράβια που βυθίζονται και στο σούρουπο ιδιαίτερα, από αυτούς που βγαίνουν για ψάρεμα και από τις οικογένειές τους που παρακαλούν να γυρίσουν…
ΑΘΗΝΑ: Πάντως εμείς εδώ, χάνουμε ένα σωρό επικλίσεις, τις ώρες αιχμής.

Στο μεταξύ ο ωτακουστής κατευθύνεται προς τη έξοδο.

ΔΙΑΣ: (Μόνος του) εγώ θέλω κάτι να διαπιστώσω. (Στον Ωτακουστή) ωτακουστή!
ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ: Στις προσταγές σας, υπερηχητικότατε!
ΔΙΑΣ: (Καταβεβλημένος) μην πεις τίποτ’ άλλο παιδί μου. Απλώς φύγε.

Ο Ήφαιστος προσπαθεί να χαμογελάσει. Ο Ωτακουστής φεύγει.

ΕΡΜΗΣ: (Μόνος του) πού το βρήκε το «υπερηχητικότατε»;
ΔΙΑΣ: (Το βλέμμα του πέφτει στην Ήβη.) Ήβη, κόρη μου, το τραβήξαμε πολύ σήμερα. Κάθεσαι και ‘συ εδώ και σ’ έχουμε κουράσει.
ΗΒΗ: Όχι, πατέρα.
ΗΡΑ: Θέλει να ζητήσει κανείς, κάτι άλλο από την κουζίνα; (Οι περισσότεροι γνέφουν αρνητικά. Ο Άρης κάτι ετοιμάζεται να πει, αλλά τον αγριοκοιτάζει και μιλάει πριν από εκείνον.) Ήβη, καλή μου, άντε να ξεκουραστείς.
ΗΒΗ: (Σηκώνεται) και το νέκταρ;
ΕΣΤΙΑ: Μην ανησυχείς, κοκώνα μου, μπορούμε πια να σερβιριζόμαστε μόνοι μας. Μόνο, δώσε μου τον αμφορέα. Άντε για να δεις και το σύζυγό σου που τόσο έτρεξε για να σε συναντήσει.
ΗΒΗ: (Κοκκινίζει. Πλησιάζει και δίνει τον αμφορέα στην Εστία.) Θα με χρειαστείς αργότερα, θεία;
ΕΣΤΙΑ: Όχι, καλή μου, μη νοιάζεσαι.
ΑΡΗΣ: (Μεγαλόψυχα) έχεις και εσύ ένα σπίτι να νοικοκυρέψεις, Ηβάκι.

Η Ήρα κτυπάει το χέρι προς την κουζίνα. Ενόσω, η σκηνή συνεχίζεται, από την κουζίνα έρχεται ένας υπηρέτης, παίρνει το τρίποδο δίπλα από το κάθισμα τής Ήβης και το πηγαίνει πίσω από το τραπέζι, μεταξύ τής Εστίας και τού Ερμή. Εκεί η Εστία τοποθετεί τον αμφορέα με το νέκταρ. Μετά ο υπηρέτης μαζεύει το ποτήρι τής Ήβης, το βάζει σε μία τσέπη τού χιτώνα του, σηκώνει στην αγκαλιά του το σκαμνί τής Ήβης και φεύγει προς την κουζίνα.
Στη συνέχεια τού έργου, σε τακτά χρονικά διαστήματα, ο αμφορέας θα ταξιδεύει από χέρι σε χέρι, μεταξύ των θεών και εκείνοι θα σερβίρονται μόνοι τους. Γενικά, οι θεοί θα σερβίρουν ιπποτικά τις θεές και μερικές φορές, οι νεότεροι τους πρεσβύτερους.

ΗΒΗ: Σας χαιρετώ, ω θεοί. Καλήν εσπέρα.

ΘΕΟΙ: Χαίρε! / Χαίρε Ήβη! / Σ’ ευχαριστούμε. / …
ΑΡΗΣ: Χαίρε αδερφάκι.
ΗΒΗ: (Προχωράει προς την κεντρική πόρτα) χαίρε μαμά.
ΗΡΑ: Χαίρε, Ηβούλα μου. (Τής χαϊδεύει το χέρι.)
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Έλα να σου δώσω έναν αποχαιρετιστήριο ασπασμό, ανεψούλα μου.
ΔΙΑΣ: (Πετάγεται) όχι, δεν χρειάζεται να την φιλάμε όλοι μας. Δεν θα κάνουμε δα, καιρό να την ξαναδούμε… Να, θα την ασπαστώ εγώ, εκ μέρους όλων.

Ο Δίας προλαβαίνει την Ήβη, όσο είναι ακόμα ανάμεσα σε εκείνον και στην Ήρα. Την πιάνει γερά, εκείνη αμήχανη σκύβει και τής δίνει ένα πατρικό φιλί στο μάγουλο. Μετά τρυφερά την σπρώχνει προς την έξοδο. Η Ήβη βγαίνει. Ο Δίας γυρίζει και κοιτάει βλοσυρά τον Ποσειδώνα. Εκείνος λύνεται στα γέλια. Οι άλλοι θεοί απορούν.



8 σχόλια:

drakator είπε...

Αναγνώστης: Α! τι έγινε; Καλώς ήρθατε!
Σεναριογράφος: Καλώς σας βρίσκω.
Αναγνώστης: Σας χάσαμε.
Σεναριογράφος: Είχα δουλειές...

Κάτι λέγεται που δεν ακούγεται μέχρι τους θεατές...
Όλοι γελάνε και ανοίγουν ακόμα ένα μπουκάλι κρασί.

Β. είπε...

Γυρίσατε; Τι καλά!

Άντε και εις άλλα με υγεία!

Idom είπε...

Drakator & B

σάς ευχαριστώ πάρα πολύ για το καλωσόρισμα!

Θα προσπαθήσω να φανώ αντάξιος των προσδοκιών, αλλά ... όχι πολύ!
:-P

Idom

Γιώργος Χ είπε...

Δεν σας "φοβάμαι" εσάς Ιδομ γιατί οι προσευχές έχουν μεγάλη δύναμη' Θα σας δω στην επιφάνεια του νερού του πηγαδιού. Όταν λέω "σας" εννοώ εσένα και την έμπνευσή σου.
Παιδική απορία: "Ζήνος είναι το αρσενικό της Ζήνας;"
Ώριμη διαπίστωση: "πιθανότατα!".
Σχόλιο του αγανακτισμένου σεναριογράφου: "Άϊ παράτα μας ρε φίλε!"

Idom είπε...

Γιώργο, σ' ευχαριστώ για το σχόλιο!

Λαμβάνοντας υπ' όψη ότι οι Δωδεκάθεοι είχαν πολύ ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ψυχισμό, θεώρησα ότι η Ήρα σίγουρα θα χρησιμοποιούσε κάποιο υποκοριστικό για τον Δία. Και βέβαια αυτό θα προερχόταν από την ονομαστική τού ονόματος Ζευς.
Ε, το Ζευς τι άλλο μπορεί να δώσει παρά "Ζήνος"; (αλίμονο...)

Δεν ξέρω μήπως η τηλεοπτική Ζίνα (ή Ζήνα;) φέρει το όνομά της από την θηλυκοποίηση τού υποκοριστικού τού Διός... :-))

Idom

Γιώργος Χ είπε...

Για να μιλήσω σοβαρά Ίδομ, διαπιστώνω πως αφιερώνεις πολύ χρόνο και πραγματικά χαίρεσαι γράφοντας αυτούς τους χαριτωμένους διαλόγους.
Όμορφα είναι! Ευχαριστώ.

Idom είπε...

Αγαπητέ Γιώργο, ΔΕΝ θυμάμαι πολλούς μέχρι τώρα που να μίλησαν σοβαρά για το θεατρέπος μου, οπότε ΣΙΓΟΥΡΑ πλέον σού κρατάω ρόλο!

Καλού κακού (ξανα)διάβασε το προλογικό μου σημείωμα:
http://genikhsxrhshs.blogspot.com/2008/11/blog-post_05.html

Εξηγούνται πολλά σε αυτό, πώς (μού) συνέβει το κακό! :-))

Εννοείται ότι σ' ευχαριστώ!
Idom

disa είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.